Ένα επετειακό αφιέρωμα στο έπος του 1940 από την εφημερίδα Πρωϊνός Λόγος των Ιωαννίνων
Κάντε ΚΛΙΚ στο παρακάτω link
EPETEIAKO_1940_2010
Κόνιτσα
Γεφύρι Κόνιτσας
Πέμπτη 28 Οκτωβρίου 2010
Τετάρτη 27 Οκτωβρίου 2010
Η ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΡΙΛΑΟΥ ΦΛΩΡΑΚΗ
"ΑΓΙΟΡΕΙΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ"
βιντεοσκοπημένη ομιλία με τον π. Αθανάσιο Σιμωνοπετρίτη.
Η ομιλία έγινε στη Σχολή Γονέων - Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κατερίνης, την Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008.
βιντεοσκοπημένη ομιλία με τον π. Αθανάσιο Σιμωνοπετρίτη.
Η ομιλία έγινε στη Σχολή Γονέων - Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κατερίνης, την Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου 2008.
κατεβάστε ολόκληρη την ομιλία από εδώ: (δεξί κλικ - αποθήκευση προορισμού ως...)
http://www.paterikoslogos.com/avraam/Agioreitikes_empeiries.avi
http://www.paterikoslogos.com/avraam/Agioreitikes_empeiries.avi
ΕΛΛΗΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1940-1941 ΕΝΑΣ ΟΡΕΙΝΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
ΕΛΛΗΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ 1940-1941 ΕΝΑΣ ΟΡΕΙΝΟΣ ΑΓΩΝΑΣ

ΕΛΛΗΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
1940-1941
ΕΝΑΣ ΟΡΕΙΝΟΣ ΑΓΩΝΑΣ
ΚΕΙΜΕΝΟ: Αγγελική Δήμα - Δημητρίου, Ιστοριογράφος της ΔΙΣ/ΓΕΣ
Η ΠΟΛΙΤΙΚΟΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΕΥΡΩΠΗ ΚΑΙ ΤΑ ΒΑΛΚΑΝΙΑ ΠΡΙΝ ΤΗΝ ΚΗΡΥΞΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΟ-ΙΤΑΛΙΚΟΥ ΠΟΛΕΜΟΥ
Ο Ελληνο-ιταλικός Πόλεμος 1940-1941 εντάσσεται στα πλαίσια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου και αποτελεί μια πολεμική σύρραξη στον ευρύτερο στρατηγικό σχεδιασμό του Μουσολίνι στον χώρο της Μεσογείου. Τόσο όμως η Αγγλία, όσο και η Γερμανία, υποχρεώθηκαν να εμπλακούν σ' αυτόν τον πόλεμο, με αποτέλεσμα η σύρραξη να πάρει ευρύτερη διάσταση και να επηρεάσει την κατάσταση στη Μεσόγειο και κυρίως τη γερμανική εκστρατεία στη Σοβιετική Ένωση το 1941.
Στην Ευρώπη ο Χίτλερ, μετά από γρήγορες και θεαματικές νίκες, μεταξύ Σεπτεμβρίου 1939 και Ιουνίου 1940, είχε κατακτήσει την Πολωνία, τη Δανία, τη Νορβηγία, την Ολλανδία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο και τη Γαλλία. Μόνος ισχυρός αντίπαλος του ήταν η Μεγάλη Βρετανία, που μόλις είχε κερδίσει τη «Μάχη της Αγγλίας» και αγωνιζόταν να αποτρέψει τον κίνδυνο εισβολής στα νησιά της.
Παράλληλα, τον Απρίλιο του 1939, ο σύμμαχος του Χίτλερ, Μουσολίνι, κατέλαβε χωρίς σοβαρή αντίσταση την Αλβανία, ενώ στις 10 Ιουνίου 1940 εισήλθε στον πόλεμο και πρόσβαλε τη Γαλλία που κατέρρεε από τα νώτα. Λίγους μήνες αργότερα, τον Οκτώβριο του 1940, οι ιταλικές δυνάμεις στην Αφρική υποχρέωναν τους Βρετανούς να συμπτυχθούν στη Μάρσα Ματρούχ της Αιγύπτου. Το ίδιο χρονικό διάστημα οι συγκοινωνίες στη Μεσόγειο, εξαιτίας της συνθηκολόγησης της Γαλλίας και της ιταλικής δράσης, είχαν καταστεί δυσχερείς και επικίνδυνες.
Η Σοβιετική Ένωση, μετά το Σύμφωνο της 23ης Αυγούστου 1939 με τη Γερμανία (Σύμφωνο Ρίμπεντροπ - Μολότωφ), είχε κατακτήσει τις Βαλτικές χώρες, εδάφη της ανατολικής Πολωνίας και τις περιοχές Βεσσαραβία και Βουκοβίνα της Ρουμανίας, χωρίς να αναμιχθεί ακόμη στη σύρραξη.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την ευμενή στάση τους προς την Αγγλία, παρέμεναν ακόμη ουδέτερες, έχοντας το βλέμμα στραμμένο περισσότερο προς τον Ειρηνικό και λιγότερο προς την Ευρώπη, εξαιτίας της μεγάλης απειλής γι' αυτές από την Ιαπωνία, του τρίτου εταίρου του Άξονα.
Στα Βαλκάνια, η Γιουγκοσλαβία μετά την υπογραφή μυστικού συμφώνου φιλίας με τη Βουλγαρία, τον Ιανουάριο του 1937, εμφανιζόταν άλλοτε φιλοβρετανική και άλλοτε φιλοαξονική, ενώ η Βουλγαρία ασκούσε εφεκτική και καιροσκοπική πολιτική. Η Ρουμανία από το Σεπτέμβριο του 1940 είχε προσχωρήσει στον Άξονα και τα γερμανικά στρατεύματα είχαν εισέλθει στο έδαφός της. Η Τουρκία ήταν ουδέτερη και η στάση της, σε περίπτωση παραβίασης των ελληνικών συνόρων, ήταν απροσδιόριστη.
Ο Μουσολίνι, απόλυτος δικτάτορας στην Ιταλία από το 1922, φιλοδοξούσε να κυριαρχήσει στη Μεσόγειο. Γι' αυτό, μετά την αιφνιδιαστική κατάληψη της Αλβανίας, άρχισε να προκαλεί συνεχώς την Ελλάδα με συχνές παραβιάσεις του ελληνικού εναέριου χώρου και αεροπορικές επιθέσεις εναντίον ελληνικών πλοίων, αβάσιμες κατηγορίες για παροχή διευκολύνσεων σε βάσεις στις ναυτικές και αεροπορικές δυνάμεις των Βρετανών και μικροεπεισόδια στα σύνορα με τη Βόρεια Ήπειρο. Αποκορύφωμα ήταν ο τορπιλισμός του ελληνικού πολεμικού πλοίου «Ελλη» στο λιμάνι της νήσου Τήνου του Αιγαίου Πελάγους, στις 15 Αυγούστου 1940.
Όλα αυτά αποσκοπούσαν στο να προκαλέσουν τη βίαιη αντίδραση της Ελλάδας, γεγονός που θα παρείχε στην Ιταλία την αφορμή να επιτεθεί εναντίον της. Η Ελληνική Κυβέρνηση, διατηρώντας την ψυχραιμία της και μη επιθυμώντας να εμπλακεί η χώρα σε πόλεμο απέφευγε γενικά κάθε πρόκληση. Έτσι, έφτασε ακόμη να μην αποκαλύψει την εθνικότητα του υποβρυχίου που τορπίλισε το «Έλλη», παρά μόνο στις 30 Οκτωβρίου 1940, όταν είχε πλέον κηρυχθεί ο πόλεμος.

Ο ΧΩΡΟΣ ΔΙΕΞΑΓΩΓΗΣ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ, ΤΑ ΣΧΕΔΙΑ ΠΟΛΕΜΟΥ ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΝΑΜΕΙΣ ΤΩΝ ΑΝΤΙΠΑΛΩΝ
Η ευρύτερη περιοχή, όπου έλαβαν χώρα οι Επιχειρήσεις του Ελληνο-ιταλικού Πολέμου, ορίζεται από τη γραμμή Αυλώνας - Πόγραδετς προς τα βορειοδυτικά και την Ελληνο-αλβανική μεθόριο προς τα νοτιοανατολικά. Η περιοχή αυτή αποτελείται από πολλές παράλληλες οροσειρές που ακολουθούν τη γενική κατεύθυνση από τα βορειοδυτικά προς τα νοτιοανατολικά. Οι περισσότερες απ' αυτές είναι δύσβατες και ακάλυπτες, ενώ μερικές κορυφές τους υπερβαίνουν τα 2.000 μέτρα. Μεταξύ αυτών των οροσειρών σχηματίζονται οι στενές κοιλάδες των ποταμών Αώου, Σαρανταπόρου, Καλαμά, Δρίνου και Δεβόλη
Το οδικό και σιδηροδρομικό δίκτυο της περιοχής αυτής το 1940 ήταν φτωχό και επιπλέον μεταξύ της Δυτικής Μακεδονίας και της Ηπείρου δεν υπήρχε οδική αρτηρία, γιατί παρεμβάλλεται ο ορεινός όγκος της Πίνδου. Έτσι, το όλο Θέατρο Επιχειρήσεων δημιουργούσε δυσκολίες όχι μόνο στη- στρατηγική συγκέντρωση του Στρατού, αλλά και στον ανεφοδιασμό και τις διακομιδές.
Το γεγονός αυτό επέβαλλε το διαχωρισμό του Θεάτρου Επιχειρήσεων και από τους δύο αντιπάλους σε δύο τμήματα, της Ηπείρου και της Δυτικής Μακεδονίας, τα οποία συνδέονταν μεταξύ τους με τον ορεινό τομέα της Πίνδου.
Το ιταλικό σχέδιο επιχειρήσεων προέβλεπε την ταχεία κατάληψη της Ηπείρου μέχρι την Πρέβεζα και τα νησιά του Ιονίου Πελάγους, με ταυτόχρονη ενέργεια από τα βορειοδυτικά, δια μέσου του ορεινού όγκου της Πίνδου. Στη συνέχεια, την ταχεία προέλαση δύο ισχυρών φαλάγγων προς την Αθήνα και τη Θεσσαλονίκη για την κατάληψη ολόκληρης της χώρας.
Για το σκοπό αυτό οι Ιταλοί διέθεταν:
* Το XXV Σώμα Στρατού (42.000 άνδρες) με δύο μεραρχίες Πεζικού («Φερράρα» και «Σιένα»), μία τεθωρακισμένη («Κενταύρων») και μία Ιππικού προσανατολισμένες προς την Ήπειρο.
* Το XXVI Σώμα Στρατού (44.000 άνδρες) με τρεις μεραρχίες Πεζικού («Πάρμα», «Πιεμόντε», «Βενέτσια»), προσανατολισμένες προς τη Δυτική Μακεδονία και την 3η Μεραρχία Αλπινιστών «Τζούλια» (10.800 άνδρες) που βρισκόταν μεταξύ των δύο παραπάνω Σωμάτων Στρατού, απέναντι στον τομέα της Πίνδου, ανάμεσα στις οροσειρές Σμόλικα και Γράμμου.
Το ελληνικό σχέδιο επιχειρήσεων, που καταρτίστηκε μετά την κατάληψη της Αλβανίας από τους Ιταλούς και ίσχυε στις 28 Οκτωβρίου 1940, ήταν βασικά αμυντικό και αντιμετώπιζε κατά περίπτωση, είτε ταυτόχρονη βουλγαρική και ιταλική επίθεση η μόνο ιταλική επίθεση κατά της Ελλάδας. Επιθετική ενέργεια θα αναλαμβανόταν σε δεύτερο στάδιο και εφόσον θα είχαν δημιουργηθεί οι κατάλληλες προϋποθέσεις για το σκοπό αυτό.
Ειδικότερα προς τα ελληνοαλβανικά σύνορα είχαν διατεθεί:
Στην Ήπειρο η VIII Μεραρχία Πεζικού (15 τάγματα Πεζικού).
Στη Δυτική Μακεδονία το Τμήμα Στρατιάς Δυτικής Μακεδονίας με την ΙΧ Μεραρχία και την IV Ταξιαρχία Πεζικού σε πρώτο κλιμάκιο και την Ι Μεραρχία και την V Ταξιαρχία Πεζικού σε δεύτερο κλιμάκιο.
Στον Τομέα της Πίνδου το Απόσπασμα Πίνδου δυνάμεως περίπου ενός συντάγματος Πεζικού (51ο Σύνταγμα Πεζικού και 11/2 ορεινή πυροβολαρχία).
Συνολικά οι ελληνικές δυνάμεις ανέρχονταν σε 35.000 άνδρες.

Η ΕΝΑΡΞΗ ΤΩΝ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ ΚΑΙ Η ΑΠΟΚΡΟΥΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΘΕΣΕΩΣ 28 ΟΚΤ-13 ΝΟΕ 1940
Η αιφνιδιαστική εισβολή των ιταλικών δυνάμεων στο ελληνικό έδαφος άρχισε από τις 0530 της 28ης Οκτωβρίου 1940, με κύρια προσπάθεια στην Ήπειρο και στην ορεινή περιοχή της Πίνδου, από το Ιόνιο μέχρι το όρος Γράμμος.
Στο μέτωπο της Ηπείρου η VIII Μεραρχία πέτυχε να αναχαιτίσει τον αντίπαλο στην προωθημένη αμυντική τοποθεσία Ελαίας (Καλπάκι) - Καλαμά. Η μόνη επιτυχία των Ιταλών ήταν να διεισδύσουν σχετικά βαθιά στον παραλιακό τομέα χωρίς όμως κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, ένεκα της απειλής αποκοπής τους σε περίπτωση συνεχίσεως της προελάσεως.
Στον τομέα της Πίνδου επίσης, οι ελληνικές δυνάμεις, εξαιτίας της συντριπτικής υπεροχής των Ιταλών, εξαναγκάστηκαν να συμπτυχθούν σε σχετικά μεγάλο βάθος. Με την εσπευσμένη όμως συγκέντρωση των διαθέσιμων δυνάμεων και την αυθόρμητη συμπαράσταση και βοήθεια των κατοίκων της Πίνδου, οι ελληνικές δυνάμεις κατόρθωσαν να περισφίξουν και να εξαλείψουν στη συνέχεια τον ιταλικό θύλακα.
Παράλληλα στη Βορειοδυτική Μακεδονία οι ελληνικές δυνάμεις, από τις πρώτες ημέρες της ιταλικής επιθέσεως, ανέλαβαν την πρωτοβουλία των επιχειρήσεων και πέτυχαν να καταλάβουν σημαντικά εδαφικά σημεία πέρα από τα σύνορα.

Η ΑΝΑΛΗΨΗ ΤΗΣ ΠΡΩΤΟΒΟΥΛΙΑΣ ΤΩΝ ΕΝΕΡΓΕΙΩΝ ΑΠΟ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΔΥΝΑΜΕΙΣ 14 ΝΟΕ 1940 - 6 ΙΑΝ 1941
Κατά τη δεύτερη περίοδο του Πολέμου, από τις 14 Νοεμβρίου 1940 μέχρι τις 6 Ιανουαρίου 1941, ο Ελληνικός Στρατός ανέλαβε γενική αντεπίθεση για την πλήρη αποκατάσταση και σε βάθος εξασφάλιση της ακεραιότητας του εθνικού εδάφους με εντυπωσιακά αποτελέσματα.
Έτσι, στο Νότιο τομέα, οι ελληνικές δυνάμεις δημιούργησαν ευνοϊκές προϋποθέσεις για την πλήρη διάνοιξη της κοιλάδας του Σιούσιτσα ποταμού και τη συνέχιση της προελάσεως προς τον Αυλώνα που ήταν και το μεγαλύτερο λιμάνι ανεφοδιασμού των ιταλικών δυνάμεων.
Στον Κεντρικό τομέα, παρά την ισχυρή αντίσταση των Ιταλών, πέτυχαν να φτάσουν μέχρι τέλος Δεκεμβρίου στην Κλεισούρα και να έχουν ετοιμότητα να καταλάβουν τον ομώνυμο οδικό κόμβο.
Στο Βόρειο τομέα, κατέλαβαν το ζωτικό κόμβο της Κορυτσάς, τον οποίο εξασφάλισαν, μετά από σκληρό αγώνα από τα δυτικά και βορειοδυτικά.
Κατά την περίοδο αυτή η Ελληνική Διοίκηση ενέπλεξε επτά νέες μεραρχίες Πεζικού (ΙΙ, ΙΙΙ, IV, X, XIII και XVII), ενώ οι Ιταλοί ενισχύθηκαν με οκτώ μεραρχίες Πεζικού (2η - Αλπινιστών «Τριντεντίνα», 4η - Αλπινιστών «Κουνεένσε», 11η - «Μπρένερο», 33η - «Ακουι», 37η - «Μοντένα», 48η - «Τάρο», 50η - Αλπινιστών «Πουστερία», 53η - «Αρέτζο» καθώς και μεγάλο αριθμό διαφόρων άλλων μονάδων δυνάμεως συντάγματος ή τάγματος.
ΟΙ ΧΕΙΜΕΡΙΝΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ Η ΕΑΡΙΝΗ ΕΠΙθΕΣΗ ΤΩΝ ΙΤΑΛΩΝ 7 ΙΑΝ - 26 ΜΑΡ 1941
Στο χρονικό διάστημα από 7 Ιανουαρίου -26 Μαρτίου 1941 έγιναν στον Κεντρικό τομέα του μετώπου οι σκληρότεροι και πιο αιματηροί αγώνες μεταξύ των αντίπαλων δυνάμεων σε όλη τη διάρκεια του πολέμου (βλέπε Σχεδιάγραμμα 4).
Οι ελληνικές δυνάμεις κατέλαβαν, ύστερα από σκληρές μάχες, το σημαντικό συγκοινωνιακό κόμβο της Κλεισούρας, τον οποίο και εξασφάλισαν με αγώνες που συνεχίστηκαν παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες, τις δυσχέρειες ανεφοδιασμού των μονάδων και τα κρούσματα παγοπληξίας που υπερέβαιναν τις απώλειες μάχης.
Οι Ιταλοί, αποδίδοντας ιδιαίτερη σημασία στο ζωτικό αυτό χώρο, επιχείρησαν να ανακαταλάβουν την Κλεισούρα χωρίς όμως επιτυχία.
Το σημαντικότερο γεγονός στην Τρίτη αυτή περίοδο του Ελληνο-ιταλικού Πολέμου υπήρξε η μεγάλη «Εαρινή» επίθεση του Ιταλικού Στρατού. Η ιταλική επίθεση άρχισε το πρωί της 9ης Μαρτίου και συνεχίστηκε με αμείωτη σφοδρότητα μέχρι τις 14 Μαρτίου χωρίς όμως να σημειώσει καμιά επιτυχία, χάρη στο ακατάβλητο θάρρος και την αυτοθυσία των Ελλήνων μαχητών, οι οποίοι δεν παραχώρησαν ούτε σπιθαμή ελληνικού εδάφους στους επιτιθέμενους Ιταλούς.
Πριν αναχωρήσει ο Μουσολίνι από τα Τίρανα για τη Ρώμη, είπε στο Στρατηγό Πρίκολο: «Σας εκάλεσα διότι απεφάσισα να επιστρέψω εντός της αύριον εις την Ρώμην. Αηδίασα απ' αυτό το περιβάλλον. Δεν επροχωρήσαμεν ούτε- βήμα. Μέχρι τούδε με έχουν εξαπατήσει. Περιφρονώ βαθύτατα όλους αυτούς τους ανθρώπους (Σ.Σ. εννοεί τους στρατιωτικούς αρχηγούς του). Απόψε υπέβαλα λεπτομερή έκθεσιν επί της καταστάσεως, εις τον Βασιλέα».
Η γερμανική επίθεση κατά της Ελλάδας στις 6 Απριλίου 1941 λύτρωσε τελικά τις ιταλικές δυνάμεις από την ήττα που υπέστησαν στα ηπειρωτικά βουνά, σ' ένα τραχύ εδαφοκλιματολογικό περιβάλλον.
Η ΜΟΡΦΗ ΤΟΥ ΑΓΩΝΑ ΣΤΟ ΕΛΛΗΝΟΙΤΑΛΙΚΟ ΜΕΤΩΠΟ
Ο Ελληνο-ιταλικός Πόλεμος ήταν κατ' εξοχήν πόλεμος ορεινού αγώνα. Ο Ελληνικός Στρατός αντιμετώπισε με περιορισμένα μέσα άμυνας σε ορεινό και δύσβατο έδαφος Στρατό μεγάλης ευρωπαϊκής δυνάμεως, εφοδιασμένο με σύγχρονα μέσα και ιδιαίτερα με άρματα μάχης και ισχυρή αεροπορία.
Παρ' όλα αυτά οι επιθετικές επιχειρήσεις που ανέλαβαν οι ελληνικές δυνάμεις από τις 14 Νοεμβρίου 1940 στέφθηκαν με επιτυχία. Δεν έγινε όμως δυνατή η πραγματοποίηση ευρείας εκμεταλλεύσεως των επιτυχιών αυτών, αν και παρουσιάστηκαν ευκαιρίες που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε σημαντικά αποτελέσματα, γιατί ο Ελληνικός Στρατός στερούνταν τεθωρακισμένων και ταχυκίνητων μέσων ενώ η Ιταλική Αεροπορία σχεδόν κυριαρχούσε στον αέρα. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η κατάληψη της Κορυτσάς, όπως αναφέρεται στην Έκθεση Πεπραγμένων του Διοικητή του Γ Σώματος Στρατού:
«Η Κορυτσά κατελήφθη στις 1800 της 22ης Νοεμβρίου, ημέρα Παρασκευή (ένατη ημέρα της επιθέσεως).
Αναμφισβήτητα η Κορυτσά ήταν δυνατό να καταληφθεί από τις 19 Νοεμβρίου οποιαδήποτε ημέρα μέχρι τις 22 Νοεμβρίου.
Κατελήφθη όμως το βράδυ της 22ης Νοεμβρίου για να μην είναι αμφίβολη η διατήρηση της. Διατρέχουμε, εξαιτίας της ελλείψεως αντιαρματικών μέσων, τον κίνδυνο να υποστούμε επιθετική επιστροφή του εχθρού με αρματικά μέσα και να εγκαταλείψουμε προς στιγμήν την πόλη, οπότε η απήχηση θα ήταν χείριστη για την ψυχοσύνθεση του Έλληνα μαχητή. Εξαιτίας αυτού καταλαμβάναμε τα σημεία που θα μπορούσαμε να κρατήσουμε ασφαλώς και τα οποία μας παρείχαν βάσεις για την παραπέρα προχώρηση μας».
Η αδυναμία αυτή ανάγκαζε τις ελληνικές δυνάμεις να αποφεύγουν τις πεδινές ζώνες και να κινούνται ελισσόμενες κυρίως δια μέσου ορεινών διαβάσεων, όπως κατά τις επιχειρήσεις για την κατάληψη των ορεινών όγκων Μοράβα - Ιβάν, όπου η κύρια προσπάθεια του Γ Σώματος Στρατού εκδηλώθηκε σε έδαφος πολύ δύσβατο και ορεινό. Έτσι, οι ελληνικές δυνάμεις απέφευγαν την επέκταση της επιθέσεως κατά μήκος του πεδινού διαδρόμου της άνω κοιλάδας του Δεβόλη ποταμού επειδή, λόγω της παντελούς έλλειψης τεθωρακισμένων μέσων και της ανεπάρκειας αντιαρματικών, υπήρχε άμεσος κίνδυνος πλευροκόπησης των ελληνικών δυνάμεων στον πεδινό διάδρομο από τα εχθρικά άρματα μάχης. Επιπλέον, ο Δεβόλης ποταμός που περιβάλλει το όρος Μοράβα, παρουσίαζε σοβαρό εμπόδιο στην κίνηση των στρατευμάτων γιατί οι απότομες όχθες και το βάθος του τον καθιστούσαν βατό σε ελάχιστα σημεία, τα οποία μάλιστα ήταν ισχυρά προστατευμένα.
Αποτέλεσμα της κίνησης μέσω ορεινών διαβάσεων ήταν η επιμήκυνση των φαλάγγων, η επαύξηση της κόπωσης των ανδρών και των κτηνών και η δημιουργία δυσχερειών στους ανεφοδιασμούς και τις διακομιδές.
Για την αντιμετώπιση των πράγματι βασανιστικών αυτών προβλημάτων των μαχόμενων τμημάτων χρειάστηκε πολλές φορές να χρησιμοποιηθούν και ομάδες από χωρικούς, γυναίκες και παιδιά ακόμη της Πίνδου, της Ηπείρου και οι Έλληνες της Βόρειας Ηπείρου που προσέρχονταν αυθόρμητα και μετέφεραν στους ώμους τους τα φορτία, κινούμενοι σε δύσβατα εδάφη κάτω από πολύ δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Στην Έκθεση του ΙΙΙ Γραφείου του Επιτελείου του Β' Σώματος Στρατού σημειώνεται:
«Ήταν συγκινητικό να βλέπει κανείς γυναίκες, μικρά παιδιά, γέροντες και γριές να μεταφέρουν, πορευόμενοι όλη την ημέρα, πάνω σε μικρά υποζύγια, όνους και ημίονους και στους ώμους τους τρόφιμα για τον μαχόμενο Στρατό με πρόσωπα χαρωπά και με φανατικό ενθουσιασμό».
Έτσι, οι κάτοικοι των περιοχών αυτών παρουσίαζαν στους Έλληνες στρατιώτες που ήδη μάχονταν με σθένος και απαράμιλλο ψυχικό μεγαλείο ένα λαμπρό παράδειγμα πατριωτισμού, αυτοθυσίας και μαχητικότητας.
Αντίθετα, στις πεδινές ζώνες ο αντίπαλος, χάρη στα μηχανοκίνητα μέσα που διέθετε, κατόρθωνε να αποσύρεται γρήγορα και να εγκαθίσταται οπουδήποτε αλλού με σχετική άνεση, ενώ στις ορεινές περιοχές επιβράδυνε την ελληνική προώθηση με λίγες σχετικά δυνάμεις. Επιπλέον, οι νεοεμπλεκόμενες στον αγώνα ιταλικές μονάδες, μεταφέρονταν γρήγορα στο μέτωπο με αυτοκίνητα, ενώ οι αντίστοιχες ελληνικές, στερούμενες τέτοιων μεταφορικών μέσων, έφταναν στο μέτωπο ύστερα από μακρινές νυχτερινές πορείες (250-400 χιλιόμετρα), με αποτέλεσμα να μην μπορούν να λάβουν αμέσως μέρος στον αγώνα.
Στο ημερολόγιο Επιχειρήσεων της ΙΙ Μεραρχίας από 28 Οκτωβρίου 1940 μέχρι 22 Ιανουαρίου 1941 διαβάζουμε:
«Τόσο οι άνδρες, όσο και τα κτήνη που έφτασαν οδικώς από την περιοχή της Καλαμπάκας και του Βόλου, συνεχώς πορευόμενοι, είχαν υπέρμετρα καταπονηθεί. Τέτοια ήταν μάλιστα η καταπόνηση των κτηνών, ώστε τα περισσότερα από αυτά ήταν ανίκανα να βαστάζουν τους φόρτους τους, επειδή είχαν υποστεί τη δυσμενή επίδραση των καιρικών συνθηκών, της κακής διατροφής και της άθλιας καταστάσεως του οδικού δικτύου. Οι άνδρες όμως, παρά τις συνεχείς βροχές και την εν γένει κακοκαιρία, διατηρούν αμείωτο το ηθικό τους και καταβάλλουν υπέρμετρες προσπάθειες, για να φέρουν σε αίσιο πέρας τον αγώνα που έχει αναληφθεί».
Στον τομέα της Υγειονομικής Υπηρεσίας, εξαιτίας του αγώνα σε ιδιαίτερα ορεινό έδαφος, αρχικά παρουσιάστηκαν πολλές δυσχέρειες και προβλήματα. Από την Έκθεση του Διευθυντή της Υγειονομικής Υπηρεσίας του Τμήματος Στρατιάς Ηπείρου (ΤΣΗ), από τις 18 Δεκεμβρίου 1940 μέχρι τη διάλυσή του, διαβάζουμε:
«... Η φύσις του εδάφους και η τακτική του πολέμου ιδίως με τας αεροπορικός επιδρομάς, ως και αι εκτάσεις των τομέων εκάστης μεραρχίας εκώλυον την ταχείαν και έγκαιρον ιατρικήν περίθαλψιν των τραυματιών και ασθενών ...». Στη συνέχεια όμως, για την εξυπηρέτηση των αναγκών του Στρατού ενισχύθηκαν τα στρατιωτικά νοσοκομεία, δημιουργήθηκαν νέα, αναπτύχθηκαν νοσηλευτικοί σχηματισμοί εκστρατείας, ορεινά χειρουργεία, μετακινήθηκαν ανεφοδιαστικά όργανα και συστάθηκαν ειδικά σώματα διακομιδής. Οι διακομιδές πραγματοποιούνταν κατ' ανάγκη τη νύχτα για την αποφυγή των αεροπορικών επιδρομών, με αποτέλεσμα τις γνωστές δυσμενείς επιπτώσεις για τους διακομιζόμενους και το προσωπικό.
Τέλος, η υγειονομική υποστήριξη των μαχομένων υπήρξε αρκετά ικανοποιητική και με τη βοήθεια του Υπουργείου Εθνικής Πρόνοιας, την εθελοντική προσφορά υπηρεσιών των Αδελφών Νοσοκόμων, του Ελληνικού Ερυθρού Σταυρού, διαφόρων οργανώσεων και συλλόγων και τέλος πολλών επώνυμων και ανώνυμων Ελληνίδων.
Ένα άλλο σοβαρότατο πρόβλημα που δημιουργήθηκε και στους δύο αντιμαχόμενους εξαιτίας του ορεινού εδάφους, του ύψους του χιονιού και του πολικού ψύχους που επικρατούσε, ήταν τα κρυοπαγήματα που τις περισσότερες φορές προκαλούσαν μεγαλύτερες απώλειες απ' αυτές των σκληρών μαχών (25.000 Έλληνες - 22.000 Ιταλοί παγόπληκτοι). Στην Έκθεση της Διευθύνσεως Υγειονομικής Υπηρεσίας του Γενικού Στρατηγείου αναφέρεται συγκεκριμένα:
«... Καθ' όλον το εξάμηνον διάστημα διεκομίσθησαν εβδομήντα πέντε χιλιάδες (75.000) σχεδόν τραυματίαι, παγόπληκτοι και ασθενείς ήτοι αναλυτικώς τριάκοντα χιλιάδες (30.000) περίπου τραυματιαι, είκοσι πέντε χιλιάδες (25.000) παγόπληκτοι και είκοσι χιλιάδες (20.000) ασθενείς...». Εξάλλου στην Έκθεση Πολεμικών Πεπραγμένων της XVII Μεραρχίας Πεζικού (28 Οκτ - 28 Δεκ 1940), που δρούσε στο όρος Κάμια αναφέρεται: «8 Δεκεμβρίου Ο καιρός εξακολουθεί ψυχρός με-χιόνια και ομίχλη. Οι αξιωματικοί και οι οπλίτες υποφέρουν με καρτερικότητα άξιοι ιδιαίτερου θαυμασμού το δριμύ αυτό ψύχος, του οποίου συνέπεια είναι ο πολλαπλασιασμός των κρυοπαγημάτων αξιωματικών και οπλιτών και οι συνεχείς απώλειες των κτηνών, ειδών οπλισμού και παντοειδούς υλικού».
Από ελληνικής πλευράς, παρά τον αρχικό αιφνιδιασμό, το πρόβλημα αντιμετωπίστηκε με επιτυχία με τη χρήση λιπαντικών ουσιών και ειδικών μάλλινων επιδέσμων και καλτσών, που κατά χιλιάδες οι Ελληνίδες κάθε ηλικίας έπλεκαν και έστελναν στο μέτωπο.
Οι επιτυχίες του Ελληνικού Στρατού κατά τον Ελληνοιταλικό Πόλεμο δεν ήταν τυχαίες. Ήταν αποτέλεσμα της άρτιας προπαρασκευής και του υψηλού ηθικού μαχητών και λαού. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ελλείψεις που παρουσιάστηκαν αρχικά σε όλμους, αντιαεροπορικό και κυρίως αντιαρματικό πυροβολικό οφείλονταν ιδίως στην αδυναμία εξεύρεσης πηγών προμήθειας από το εξωτερικό, εξαιτίας της εμπλοκής των προμηθευτριών χωρών στον Πόλεμο. Άρματα είχαν παραγγελθεί συνολικά δεκατέσσερα, 6-7 τόνων, τα οποία όμως δεν είχαν παραληφθεί μέχρι την κήρυξη του πολέμου. Το μεγάλο πρόβλημα των πυρομαχικών αντιμετωπίστηκε ικανοποιητικά, χωρίς να δημιουργηθούν δυσεπίλυτα προβλήματα μέχρι το τέλος του πολέμου.
Χάρη στα έγκαιρα μέτρα που εφαρμόστηκαν για την αύξηση της ελληνικής βιομηχανικής παραγωγής στη δυνατή έκταση, στην επιβολή περιορισμών, στην κατανάλωση και κυρίως στην αξιοποίηση παλιών αποθεμάτων πυρομαχικών και λαφύρων, όπως για παράδειγμα, από το 1939 μελετήθηκε και τελικά επιτεύχθηκε η ανασκευή εκρηκτικών οβίδων εσωτερικού πυροσωλήνα για τη χρησιμοποίησή τους στα ορειβατικά πυροβόλα 75/19 χιλιοστών και τα πεδινά 75 χιλιοστών, καμιά σοβαρή έλλειψη δεν παρατηρήθηκε κατά τον εξάμηνο αγώνα.
Παράλληλα, οι Έλληνες μαχητές που σε ποσοστό 60% περίπου κατάγονταν από ορεινές περιοχές, ήταν σκληραγωγημένοι, λιτοδίαιτοι και εξοικειωμένοι πλήρως με τις σκληρές συνθήκες διαβίωσης σε ορεινό έδαφος. Εκπαιδευμένοι άρτια από στρατιωτική άποψη, υπερίσχυσαν των Ιταλών αντιπάλων τους, επειδή αγωνίζονταν, υπερασπιζόμενοι την πατρίδα τους, σε οικείο ελληνικό έδαφος, έχοντας τη συμπαράσταση ολόκληρου του Έθνους. Ιδιαίτερα όμως η επικράτηση τους οφειλόταν στο απόθεμα ηθικών δυνάμεων, στοιχείο που αποτελεί σημαντικό παράγοντα μαχητικής ισχύος, το οποίο οδήγησε στην εύκολη προσαρμογή και την υψηλή απόδοση σε ορεινό εδαφοκλιματολογικό περιβάλλον.
Στην Έκθεση Πολεμικών Πεπραγμένων της XVII Μεραρχίας Πεζικού διαβάζουμε:
«Το βράδυ της 22ης Νοεμβρίου αναγγέλθηκε η κατάληψη της Κορυτσάς από τα Ελληνικά Στρατεύματα. Το γεγονός αυτό κοινοποιήθηκε στις μονάδες της Μεραρχίας και προκάλεσε εξαιρετικό ενθουσιασμό στους αξιωματικούς και τους οπλίτες της, και κραταίωσε το άριστο ηθικό τους παρά την κόπωσή τους από τις συνεχείς νυχτερινές πορείες και τις δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες. Οι πάντες κατέχονταν από τη μανία να συμμετάσχουν το ταχύτερο στις επιχειρήσεις και να εμπλακούν με λύσσα αλλά και αποφασιστικότητα με τον εχθρό».
Ο Ελληνοϊταλικός Πόλεμος έχει όλα τα χαρακτηριστικά του ορεινού αγώνα, τα οποία επηρέασαν τη σχεδίαση και διεξαγωγή, και από τους δύο αντιπάλους, τόσο των αμυντικών όσο και των επιθετικών επιχειρήσεων.
Ειδικότερα επισημαίνονται τα εξής: Το έντονο ορεινό έδαφος της Ηπείρου επηρέασε αρνητικά την ανάπτυξη μηχανοκίνητων μέσων, τη διοίκηση και τον έλεγχο, τις μεταφορές, τους ανεφοδιασμούς και τέλος τις διακομιδές. Στο έδαφος αυτό γενικά η άμυνα ευνοήθηκε και η διεξαγωγή της έγινε με πολλά οικονομικά μέσα, ενώ η επίθεση οπωσδήποτε δυσχεράνθηκε και δεν είχε σχεδόν ποτέ ταχεία εξέλιξη, αλλά απαιτούσε διαδοχικές προσπάθειες. Παράλληλα, τα εγχέμαχα όπλα ήταν περισσότερο αποτελεσματικά, από τα τηλέμαχα μέσα.
Η δράση της Αεροπορίας είχε περιορισμένα αποτελέσματα, ενώ η υποστήριξη μάχης βασίστηκε σχεδόν εξολοκλήρου στο ορειβατικό πυροβολικό και τους όλμους.
Ο τακτικός αιφνιδιασμός ήταν εύκολος και μπορούσε να επιτευχθεί τόσο στην επίθεση, όσο και στην άμυνα με έγκαιρες και καλά οργανωμένες αντεπιθέσεις. Τέλος, ο παράγοντας «μαχητικής ισχύος», που δέσποζε, ήταν το ηθικό, οι ψυχικές αρετές και η εκπαίδευση του μαχητή, όπου αναμφισβήτητα η υπεροχή των Ελλήνων ήταν ασύγκριτα μεγαλύτερη.
Πρέπει ακόμη να σημειωθεί ότι μια πρόωρη πτώση της Ελλάδας τότε, θα ισχυροποιούσε το ιταλικό φασιστικό καθεστώς και θα το οδηγούσε προς νέες κατακτήσεις με τελικό αντικειμενικό σκοπό την απόλυτη κυριαρχία σε ολόκληρη τη Μεσόγειο.
Η νίκη των Ελλήνων κατέρριψε το μύθο του αήττητου του Άξονα και υποχρέωσε το Χίτλερ, να επέμβει στη Βαλκανική και να επιτεθεί εναντίον της Ελλάδας με αποτέλεσμα να καθυστερήσει η έναρξη της επίθεσης εναντίον της Σοβιετικής Ένωσης κατά 5-6 εβδομάδες και ο ρωσικός χειμώνας να οδηγήσει τον πόλεμο στο σοβιετικό μέτωπο σε χρονίζουσα κατάσταση.
Η πλέον σαφής δήλωση - ντοκουμέντο είναι αυτή που έκανε ο ίδιος ο Χίτλερ σε λόγο του στην Καγκελαρία την Άνοιξη του 1945: «Το πραγματικό ερώτημα δεν ήταν επομένως: Γιατί η 22 Ιουνίου 1941, αλλά μάλλον: Γιατί όχι ακόμη νωρίτερα;». «Εάν δεν μας είχαν δημιουργήσει δυσκολίες οι Ιταλοί με την ηλίθια εκστρατεία στην Ελλάδα, θα είχα επιτεθεί στην Ρωσία μερικές εβδομάδες ενωρίτερα».
Τέλος, σε μια εποχή που στην κατακτημένη από τον Άξονα Ευρώπη επικρατούσε πνεύμα ηττοπάθειας και φόβου, η ελληνική νίκη ενδυνάμωσε τη θέληση για αντίσταση όλων των Εθνών και αναμφισβήτητα συνέβαλε σημαντικά στη διαμόρφωση της τελικής συμμαχικής νίκης κατά του Άξονα.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιστορικό Αρχείο ΔΙΣ/ΓΕΣ
Από την ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΕΠ. - ΟΚΤ. 2008
ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ ΒΙΒΛΙΟΥ

ΤΗΝ ΗΜΕΡΑ ΠΟΥ Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΣΤΑΜΑΤΗΣΕ
ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΣΕΛΙΔΕΣ ΒΙΒΛΙΟΥ
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ
ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΕΡΖΑΚΗ
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941
Ένας άνεμος καινούργιος, ανυποψίαστος, άρχιζε να φυσάει πάνω στην Αθήνα.
Ήταν η ώρα 6 όταν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την πολιτεία. Ο ουρανός είταν πεντακάθαρος, λεύκαζε ο όρθρος, μύριζε δροσιά. Στους δρόμους, τους έρημους ακόμα, κρότησαν μερικά παραθυρόφυλλα, κάποιες μπαλκονόπορτες. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν ξαφνιασμένοι, ρωτούσαν τους πρώτους διαβάτες. Ένα βουητό ανέβαινε λίγο-λίγο από γύρω, από μακρυά, τα πρώτα ομαδικά βήματα πάφλασαν στην άσφαλτο. Μάτια υψώνονταν στον ουρανό, έψαχναν. Όμως σ‘ όλη αυτή την κίνηση που άρχιζε και πύκνωνε σε μικρές συντροφιές, σε ομάδες που ξεκινούσαν για τα κέντρα, δεν ξεχώριζες ταραχή ή αγωνία. Μια διάθεση ευφορίας, κέφι ανάλαφρο, αλλόκοτο, ξεσήκωνε τις ψυχές, πρωϊνό αγέρι που κολπώνει το πανί. Στα μάτια των ανθρώπων που αντικρύζονταν, έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως όλος αυτός ο κόσμος, ο ίσαμε χτές βουτηγμένος στην καθημερινότητα και στη βιοπάλη, να μάθαινε ξαφνικά πως έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα.
Γιατί το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 γινόταν πραγματικά μια αποκάλυψη : Διαφορετικό είχε πέσει να κοιμηθεί το έθνος τη νύχτα που πέρασε, διαφορετικό ξυπνούσε τώρα. Η είδηση που έτρεχε από στόμα σε στόμα «Πόλεμος! οι Ιταλοί εισβάλλουν», είτανε σα γενική πρόσκληση σε ξεφάντωμα. Περηφάνεια, φιλότιμο και λεβεντιά φούσκωναν τα στήθη.
Κι’ ο καθένας, ο πιο ταπεινός, ένιωθε να ξυπνάει μέσα του μια επίγνωση πως τρεις χιλιάδας χρόνια τον καλούν με τ’ όνομά του, το άσημο ίσαμε χτές, να τα δικαιώσει, να τα υπερασπίσει. Η Ιστορία έπαυε να είναι λόγια των σχολικών βιβλίων και των πανηγυρικών λόγων, γινόταν πράξη ζωής. Είχε φωνή βαθειά, βουερή μέσα στο αίμα, μιλούσε. Κι’ ο πιο ταπεινός, έχανε τη σκέψη άθελά του, πως σ’ αυτόν έλαχε να τιμήσει αυτή τη φάλαγγα των νεκρών που ξεκινάει από πολύ μακρυά και δίνει νόημα στο Χρόνο. Η εκλογή της Μοίρας είταν βαρειά, αλλά για τούτο και η τιμή πολύ μεγάλη.
Οι εφημερίδες, αν και Δευτέρα, κυκλοφόρησαν, έλεγαν με λίγα, χτυπητά, λόγια τα σχετικά με το τελεσίγραφο, την είδηση πως οι Ιταλοί θα εισβάλουν στις έξη — τώρα. Κάτι ορθωνόταν σύσσωμο, να τους υποδεχτεί όπως αρμόζει. Τον ενθουσιασμό τον χρωμάτιζε η αγανάκτηση, η περιφρόνηση. Δρόμοι, πλατείες, σταυροδρόμια, είχαν φουντώσει στο μεταξύ από ζεστές ανάσες, κόσμο· μακρυές θεωρίες πορεύονταν προς την Ομόνοια, το Σύνταγμα, ενώ στο ραδιόφωνο ακουγόταν το διάγγελμα του Μεταξά : «Η στιγμή επέστη που θ’ αγωνισθώμεν δια την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της… » Σε μερικά μπαλκόνια φάνηκαν σημαίες, όπως στην 25η Μαρτίου. Το διάταγμα της επιστρατεύσεως άρχιζε να τοιχοκολλείται ατά κέντρα. Μέσα του ο καθένας άκουγε τον Εθνικό Ύμνο ν’ ανακρούεται χαμηλόφωνα, τον ύμνο στην ελευθερία, σαν προσκλητήριο και σαν προσευχή.
Η ψυχολογία του λαού σε τέτοιας περιστάσεις φαίνεται στις γενικές της γραμμές απλή, το περιεχόμενο της όμως είναι σύνθετο. Η οργή για τη δολερή συμπεριφορά του αντιπάλου, την ηθική του αναξιοπρέπεια, ξέσπασε εκείνο το πρωί σ’ αυθόρμητες επιθέσεις με στόχο τις εγκαταστάσεις των Ιταλών μέσα στην ίδια την Ελληνική πρωτεύουσα. Διαδηλώσεις έσπασαν το πρακτορείο της αεροπορικής Εταιρίας Αλα Λιττόρια στο Σύνταγμα, την Κάζα ντ’ Ιτάλια της οδού Πατησίων. Είχε γίνει ξαφνικά συνειδητό πως και τα δύο αυτά κρύβανε ίσαμε χυτές κέντρα κατασκοπείας και προπαγάνδας. Η δυσαναλογία, έπειτα, ανάμεσα στον όγκο των Ιμπεριαλιστικών αξιώσεων του εχθρού και στο ηθικό του υπόβαθρο, ξυπνούσε μιαν έντονη διάθεση για ονειδισμό. Είναι αυτή που θα χρωματίσει στο εξής, σε στενή εναλλαγή με τον βαθύτερα δραματικό τόνο, όλο τον αγώνα.
Όταν στις 9,30 έγινε ο πρώτος αεροπορικός συναγερμός στην πρωτεύουσα και φάνηκαν σε λίγο, πολύ ψηλά, τα εχθρικά αεροπλάνα, ο πληθυσμός δεν σκέφτηκε να κατέβει στα καταφύγια, ίσως τον είχαν διδάξει. Στάθηκε και κοίταζε το θέαμα από τους δρόμους, τα μπαλκόνια, τις ταράτσες. Βόμβες προορισμένες, για τον Πειραιά έπεσαν στη θάλασσα, στο Τατόι δεν σημειώθηκαν ζημιές- χτυπήθηκε όμως σε τρία αλλεπάλληλα κύματα η Πάτρα, όπου τ’ αεροπλάνα κατέβηκαν πολύ χαμηλά, έρριξαν πάνω στον άμαχο πληθυσμό. Ξεθαρρεμένος εκείνος, είχε μείνει έξω από τα καταφύγια, όπως στην Αθήνα. Οι πενήντα νεκροί του και οι περισσότεροι από εκατό τραυματίες έκαναν φανερό πως ο εχθρός είταν αποφασισμένος να επιδείξει τη δύναμη του όπου το μπορούσε, βάναυσα.
Βομβαρδίστηκαν την ίδια μέρα εγκαταστάσεις κοντά στον Ισθμό, η Ναυτική βάση της Πρέβεζας, τα έργα υδρεύσεως στο Φασιδέρι της Κηφισιάς, η Κινέττα, η περιοχή Ιστιαίας. Στην Αθήνα, κατά τις 11 η ώρα, φάνηκαν μέσα σ’ ανοιχτό αυτοκίνητο να περνάνε αργά από τους κεντρικούς δρόμους ο Γεώργιος ο Β’ και ο Μεταξάς. Χαιρετούσαν χαμογελαστοί τα πλήθη, που είχαν συνεπαρθεί από ενθουσιασμό. Λησμονήθηκαν τότε διαφωνίες, αντιρρήσεις για το καθεστώς, πολιτικές αντιθέσεις, όλα. Κύματα κόσμος έζωνε το αυτοκίνητο, χυνόταν πάνω του, ζητωκραύγαζε, χειροκροτούσε. Αυτά – εκεί, είτανε τα πρόσωπα που ενσάρκωναν τη θέληση του Έθνους , το φρόνηματου, τίποτ’ άλλο. Ο ελληνικός λαός είχε αποκτήσει μπροστά στον εθνικό εχθρό την ψυχική του ενότητα.
Το πρώτο πολεμικό ανακοινωθέν του Γενικού Στρατηγείου, που βγήκε σ’ έκτακτες εκδόσεις των εφημερίδων κοντά το μεσημέρι, έδωσε με λιτή αξιοπρέπεια τον τόνο στην όλη υπόθεση. Σαν κείμενο, επέζησε, μπήκε στην Ιστορία : «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις προσβάλλουν από τις 5.30 σήμερον τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται του πατρίου εδάφους».
Εκεί – πέρα, στα σύνορα, βροντούσε το κανόνι. Σε περισυλλογή βαθύτατη, με κλεισμένα μάτια, το άκουγε μέσα της κάθε ελληνική ψυχή.

[…]
Στο σπίτι του Αλέξανδρου Κορυζή το τηλέφωνο κουδούνισε χαράματα, στις πέντε και τέταρτο. Πήρε το ακουστικό η κυρία Κορυζή άκουσε να της μιλάνε γαλλικά. Της είπαν ότι ο πρεσβευτής της Γερμανίας θέλει να ιδεί επειγόντως τον πρωθυπουργό. Η συνάντηση ορίστηκε για μισή ώρα αργότερα. Δεν είταν δύσκολο να μαντέψει κανένας το λόγο ενός διπλωματικού διαβήματος σε τόσο ασυνήθιστη ώρα. Ο Κορυζής ειδοποίησε αμέσως το βασιλέα, τους υπουργούς. Ο Έρμπαχ, που ήρθε την ορισμένη ώρα, χαιρέτησε τυπικά τον πρωθυπουργό και του δήλωσε πως την ίδια αυτή στιγμή, στο Βερολίνο, γινόταν επίδοση από τη Γερμανική Κυβέρνηση στον εκεί Έλληνα πρεσβευτή ενός έγγραφου. Είταν μια διακοίνωση, που αντίγραφο της θα διάβαζε τώρα κι’ αυτός στον πρωθυπουργό.
Είταν μακρυά η διακοίνωση. Αράδιαζε όλες τις αιτιάσεις που η γερμανική διπλωματία είχε κατορθώσει να συναρμολογήσει για δικαιολογία της ανανδρίας να χτυπηθεί στο πλευρό του ένας μικρός, μαχόμενος λαός. Είταν οι αιώνιες κατηγορίες: Πως είχε γίνει δεκτή από την Ελλάδα η αγγλική εγγύηση, πως είχαν αναληφθεί από την ελληνική κυβέρνηση μεγάλες υποχρεώσεις απέναντι της Αγγλίας κι’ ότι, παρ’ όλα αυτά και παρά τις άλλες, συγκεκριμένες ελληνικές ενέργειες που παρεβίαζαν την ουδετερότητα, η κυβέρνηση του Ράιχ είχε επιδείξει «υπέρμετρη υπομονή και μακροθυμία». Πως η Ιταλία «εξαναγκάστηκε» να δράσει στρατιωτικώς στην Ελλάδα, γιατί είχαν παραχωρηθεί ελληνικές βάσεις στο αγγλικό ναυτικό. Πως η Αγγλία καταγίνεται να δημιουργήσει στην Ελλάδα νέο κατά της Γερμανίας μέτωπο, όπως στον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Πως 200.000 αγγλικός στρατός είναι έτοιμος ν’ αναλάβει δράση στην Ελλάδα.
Και κατέληγε η διακοίνωση: «Δια τον λόγον τούτον η κυβέρνησις του Ράιχ έδωσεν ήδη διαταγάς εις τα στρατεύματα της όπως εκδιώξουν τας βρεταννικάς δυνάμεις εκ του ελληνικού εδάφους. Πάσα αντίστασις προβαλλόμενη εις τον γερμανικόν στρατόν θα συντριβή αμειλίκτως.
»Η κυβέρνησις του Ράιχ καθιστώσα τούτο γνωστόν εις την ελληνικήν κυβέρνησιν, τονίζει ότι τα γερμανικά στρατεύματα δεν έρχονται ως εχθροί του ελληνικού λαού και ότι είναι μακράν του γερμανικού λαού η πρόθεσις όπως πολεμήση και καταστρέψη καθ’ εαυτόν τον ελληνικόν λαόν. Το κτύπημα όπερ η Γερμανία είναι ηναγχασμένη να καταφέρη επί του ελληνικού εδάφους, προορίζεται δια την Αγγλίαν. Η κυβέρνησις του Ράιχ είναι πεπεισμένη ότι εκδιώκουσα ταχέως τους παρείσακτους Άγγλους εξ Ελλάδος, προσφέρει αποφασιστικήν υπηρεσίαν πρωτίστως εις τον ελληνικόν λαόν και την ευρωπαϊκήν κοινότητα».
Και έτσι είναι που, ξαφνικά, ένα πρωί του Απρίλη 1941, το μικρό ελληνικό έθνος βρέθηκε να πολεμάει με τις δυο μαζί μεγαλύτερες στην ξηρά Δυνάμεις του κόσμου. Η στιγμή είταν πολύ μεγάλη, όλοι το ένιωσαν.
Ο ραδιοφωνικός σταθμός της Αθήνας είχε διακόψει την ταχτική μετάδοση της κυριακάτικης Λειτουργίας για ν’ αναγγείλει σημαντικά γεγονότα. Μεσολάβησε μια λιγόστιγμη σιωπή, εκατομμύρια κρατημένες ανάσες. Η είδηση είτανε πως στις πεντέμιση το πρωί, ο πρεσβευτής της Γερμανίας , κλπ. Ο πρωθυπουργός είχε απαντήσει πως η Ελλάς θ’ αντισταθεί.
Το αντίθετο, θα είταν αυταδιάψευση. Δεν είχαμε απαντήσει «όχι» στους Ιταλούς επειδή πιστεύαμε πως θα τους νικούσαμε. Είχαμε απαντήσει έτσι γιατί αυτή είταν η επιταγή της ελληνικής ψυχής και της ελληνικής Ιστορίας. Πίστεψε άραγε κανένας, εκείνες τις στιγμές, στο ενδεχόμενο μιας νίκης ; Λογικά, όχι βέβαια. Στιγμές τέτοιες δεν μοιάζουν με τίποτα. Όταν η Ιταλία, τον περασμένο Οκτώβριο, είχε επιτεθεί, όλοι βαρούσαν πως ο αγώνας θα γίνει για την τιμή των όπλων και μόνο. Η ομορφιά εκείνης της ώρας δεν είταν η προσδοκία της νίκης, είταν η απόφαση για τέλος ταιριαστό. Η νίκη είχε έρθει από τον αποχαιρετισμό ακριβώς στη ζωή, από την απόφαση να κοπούν όλες οι γέφυρες που φέρνουν πίσω. Τώρα που η Γερμανία βροντούσε με ατσαλόφραχτη γροθιά την πόρτα της χώρας, κανένας δεν γελιόταν, η ώρα είταν πολύ δραματική για κομπασμούς. Κι’ όμως, ένας άνεμος τρελλής ελπίδας φύσηξε για μια στιγμή: —Που ξέρεις! Οι νίκες της Αλβανίας είταν ολοζώντανες, το Έθνος είχε αποκτήσει μια καινούργια επίγνωση γι’ αφανέρωτες δυνατότητές του, το θαύμα έμοιαζε χώρος οικείος… Ο επιπόλαιος παρατηρητής θα υποθέσει εδώ πως είταν υπερτίμηση φαντασμένη κι’ άκριτη. Λάθος. Είταν χαμογέλασμα φρεναπάτης. Η τραγική περηφάνεια έχει αντιδράσεις που μπορούν να ξεγελάσουν τον απρόσεκτο. Η λαϊκή συνείδηση, τον Απρίλη του 1941, αντιμετώπισε με περίσκεψη την ώρα που είχε σημάνει. Αναρωτιόνταν όλοι τι θα γίνει τώρα, πως αυτό θα τελειώσει, μήπως μαζί τελειώνει και η Ελληνική Ιστορία. Κανένας δεν ήξερε ό,τι ξέρουμε σήμερα: την έκβαση του πολέμου. Μια Γερμανία νικήτρια, με τη Βουλγαρία στο πλευρό της, είταν αυτόχρημα το τέλος και της ελληνικής ιστορίας και της ελληνικής φυλής.
Τέτοιες στιγμές, έχουν βάρος αιώνων.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ
ΑΓΓΕΛΟΥ ΤΕΡΖΑΚΗ
Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΠΟΠΟΙΪΑ 1940-1941

ΤΟ «ΟΧΙ» ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940: ΟΙ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΙΑΣ «ΑΡΝΗΣΗΣ»
ΤΟ «ΟΧΙ» ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940: ΟΙ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΙΑΣ «ΑΡΝΗΣΗΣ»

ΤΟ «ΟΧΙ» ΤΗΣ 28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 1940
ΟΙ ΨΥΧΟΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΜΙΑΣ «ΑΡΝΗΣΗΣ»
Γεώργιος Π. Πιπερόπουλος
Καθηγητής Πανεπιστημίου Μακεδονίας
Ξημέρωμα της 28ης Οκτωβρίου του 1940, και στις πλαγιές της οροσειράς της Πίνδου, από το Γράμμο μέχρι το Σμόλικα το φθινοπωριάτικο κρύο ήταν πιο τσουχτερό από τα συνηθισμένα. Ο φετινός χειμώνας προμηνυόταν πιο δύσκολος και οι προβλέψεις των βοσκών ήταν για πολλά χιόνια και παγετούς. Γλυκοχάραμα, ώρα 05:30, και οι φαντάροι στα προχωρημένα φυλάκια της εμπροσθοφυλακής βρίσκονταν σε κατάσταση ετοιμότητας. Τότε εκδηλώθηκε με μία πυκνή ομοβροντία βλημάτων από βαρύ πυροβολικό η επίθεση των Ιταλών ενάντια στους Έλληνες. Ένα νέο κεφάλαιο άνοιγε στην ιστορία της Ελλάδας...
Μια εντυπωσιακή ανθρωποθάλασσα ανδρών, μηχανοκίνητων αρμάτων, ιππικού και μεταγωγικών ζώων που είχαν την εναέρια κάλυψη δεκάδων σύγχρονων μαχητικών αεροπλάνων ξεχύθηκε με εμφανέστατο το συναίσθημα της υπεροψίας -εκείνο το φριχτό συναίσθημα που στηρίζεται στην υπερβολή των αριθμών-για να σαρώσει στο πέρασμά του την Ελληνική γη, ξεκινώντας από το Γράμμο και φτάνοντας μέχρι το Αιγαίο πέλαγος.
Δύο άριστα εξοπλισμένες, σε πλήρη σύνθεση, Ιταλικές Μεραρχίες και συγκεκριμένα η 23η Μεραρχία Πεζικού (αποκαλούμενη Φεράρα) και η 131η Μεραρχία Αρμάτων (αποκαλούμενη Κένταυρος), ενισχυμένες σε πεζικό με τάγματα Αλβανών και μελανοχιτώνων και υποστηριζόμενες από βαρύ πυροβολικό και ορεινές πυροβολαρχίες κάτω από την κάλυψη δεκάδων μαχητικών και βομβαρδιστικών αεροσκαφών, διέσχισαν τις γραμμές των Ελληνο-Αλβανικών συνόρων και μπήκαν στην κοιλάδα του Δρίνου έχοντας σαν τελικό τους στόχο τα Γιάννενα.
Προς δυτικά, στο χώρο της Θεσπρωτίας με τελικό στόχο τους Φιλιάτες εισέβαλε η 51η Μεραρχία Πεζικού ενισχυμένη με το 3ο Σύνταγμα Γρεναδιέρων, το 6ο Σύνταγμα ιππικού και επίλεκτα τάγματα Αλβανών και Μελανοχιτώνων, ενώ η κάλυψη της από πυροβολικό και αεροπορία ήταν άριστη.
Την ίδια ημέρα, (28η Οκτωβρίου 1940), λίγες ώρες αργότερα, η πανίσχυρη Ιταλική αεροπορία πραγματοποιούσε επιθέσεις σε πολεμικούς στόχους και πόλεις στο εσωτερικό της Ελλάδας. Βομβαρδίστηκαν ο Πειραιάς και το Τατόι χωρίς ουσιαστικά αποτελέσματα, όπως βομβαρδίστηκαν και πάλι, χωρίς σημαντικές απώλειες, η διώρυγα της Κορίνθου και η ναυτική βάση της Πρέβεζας, όπως και οι στόχοι στη Μακεδονία. Ο μοναδικός βομβαρδισμός που φάνηκε να έχει αποτελέσματα για τους επιτιθέμενους Ιταλούς ήταν εκείνος που έγινε στην Πάτρα όπου οι απώλειές μας σε άμαχο πληθυσμό, κατά κύριο λόγο παιδιά σχολικής ηλικίας, ήταν κατά γενική ομολογία πολύ μεγάλες. Οι πόλεμοι όμως ποτέ δεν κερδήθηκαν με τις δολοφονίες παιδιών!...
Στην οροσειρά της Πίνδου, από το Γράμ-μο έως τον Σμόλικα, οι Ιταλοί έριξαν έναν όγκο ανδρών και μαχητών που απαρτίζονταν από 5 μεραρχίες Πεζικού με πλήρη κάλυψη πυροβολικού και μηχανοκινήτων, μία Μεραρχία Τεθωρακισμένων και επίλεκτα Σώματα ιππικού, ενώ στα ενδότερα της Αλβανίας -όλα υπό την ηγεσία του Στρατηγού Βισκόντι Πράσκα- στάθμευαν δύο ακόμη ετοιμοπόλεμες και πλήρεις Μεραρχίες Πεζικού και ισχυρές αεροπορικές δυνάμεις υπολογιζόμενες σε 150 με 160 ετοιμοπόλεμα σκάφη κάθε τύπου.
Ο νόμος των πιθανοτήτων ήταν αναμφίβολα δυσμενής για τους αμυνόμενους Έλληνες. Το παιχνίδι φαινόνταν να είναι «χαμένο από χέρι». Καθώς εξελίσσονταν οι ώρες της ημέρας, οι ασθενέστερες δυνάμεις μας υποχώρησαν με επιβραδυντικούς ελιγμούς ακολουθώντας τα σχέδια του ΓΕΣ, τα οποία δεν προέβλεπαν τίποτε άλλο παρά καθυστέρηση του εχθρού, ανασύνταξη των δυνάμεων μας και αμυντική σύμπτυξη στη θέση Ελαίας - Καλαμά. Έτσι ακριβώς εξελίχθηκαν τα πράγματα εκείνες τις πρώτες ώρες της πρόστυχης επίθεσης των Ιταλών. Κάποια προβλήματα στην ελληνική αμυντική γραμμή σύμπτυξης δημιούργησε η Ιταλική 3η Μεραρχία Αλπινιστών (η αποκαλούμενη Τζούλια), καθώς πέτυχε να δημιουργήσει και να κρατήσει ένα ρήγμα ανάμεσα στις τοποθεσίες Γράμμος-Γκαμήλα. Η ειρωνεία φάνηκε αργότερα και για την «Τζούλια» καθώς 4.500 άνδρες της έπεσαν στη συνέχεια αιχμάλωτοι στα χέρια των Ελλήνων...
Όταν άρχισε να πέφτει το σούρουπο, οι οροσειρές είχαν βαφτεί στο αίμα, οι καταπράσινες πλαγιές μύριζαν μπαρούτι και καμένα πεύκα και το χώμα τους είχε μεταβληθεί σε μαύρο-γκρι. Καθώς έκλεινε εκείνη η πρώτη ημέρα Πολέμου για τους Έλληνες είχε ήδη χαρακτηρισθεί ΙΣΤΟΡΙΚΗ με κάθε πιθανή σημασία που έχει ο όρος και σε ψυχοκοινωνική διάσταση που μπορεί να πάρει.
Στις 28 Οκτωβρίου του 1940, ένας μικρός, πάντα απείθαρχος και φτωχά εξοπλισμένος λαός βρέθηκε αντιμέτωπος με μία πανίσχυρη Ιταλία έτοιμη να καταβροχθίσει κάθε σπιθαμή ελληνικής γης στην επιθυμία της να προεκταθεί ηγεμονικά στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, όπως ακριβώς είχε κάνει και την άνοιξη του 1939, πατώντας πόδι στη γειτονική Αλβανία...

Γλυκοχάραμα και ώρα 05:30 π.μ. οι Ιταλικές δυνάμεις επιτέθηκαν ενάντια στους φρουρούς των συνόρων μας με την Αλβανία, επειδή ο τότε Πρωθυπουργός της χώρας, Ιωάννης Μεταξάς, λίγες μόνο ώρες νωρίτερα, είχε δηλώσει προς τη Ρώμη μέσω του Ιταλού πρεσβευτή στην Αθήνα ένα δυνατό και αναπάντεχο ελληνικό... ΟΧΙ!
Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, που ξεκίνησε ουσιαστικά το Σεπτέμβριο του 1939 και κράτησε έξι ολάκερα χρόνια αφήνοντας πίσω του καταστροφές πρωτόγνωρες για την ανθρωπότητα ολάκερη, δε φαινόταν να απειλεί την Ελλάδα, η τύχη της οποίας βρισκόταν στα χέρια του Ιωάννη Μεταξά, ο οποίος κυβερνούσε «ελέω του Βασιλιά Γεωργίου...».
Είναι αλήθεια ότι μέσα στον Ελλαδικό χώρο καθώς φούσκωνε σε ολόκληρη την Ευρώπη το φάσμα του πολέμου από τις δυνάμεις του Άξονα είχαν αναπτυχθεί αντιπαραθέσεις και υπόγεια ρεύματα που στόχευαν να «ζεύξουν την Ελλάδα» είτε στο άρμα του Άξονα είτε στο ά ρ μ α της Βρετανίας.
Σε κάποιες μάλιστα μυστικές εκτιμήσεις της κατάστασης στην Ελλάδα, όπως φαίνεται τώρα που έχουν ανοιχτεί τα επίσημα έγγραφα του Foreign Office και πολλών διπλωματικών υπηρεσιών άλλων χωρών, εκφράζονταν «φόβοι και ανησυχίες ότι ο Μεταξάς, ήθελε τη συμμαχία με τον Άξονα, όπως ίσως ο Φράνκο της Ισπανίας και ο Σαλαζάρ της Πορτογαλίας...».
Είναι, όμως, επίσης αλήθεια ότι η Μεγάλη Βρετανία ήταν η κυρίαρχη δύναμη μέσα στα «ελληνικά πράγματα». Ουσιαστικά, η Γερμανία του Χίτλερ ήταν εκείνη που είχε αναπτύξει μεγάλες οικονομικές ανταλλαγές με την πατρίδα μας. Οι ελληνικές εξαγωγές προς τη Γερμανία το 1937 έφθαναν το 35% όλου του εξαγωγικού μας εμπορίου, ενώ οι εισαγωγές από την ίδια χώρα αντιπροσώπευαν το 26% όλου του εισαγωγικού μας εμπορίου. Τον ίδιο χρόνο τα μεγέθη εισαγωγών-εξαγωγών με την Αγγλία ήταν 13% και 10%, αντίστοιχα, η με άλλα λόγια το ισοζύγιο εμπορικών ανταλλαγών μας με την Αγγλία ήταν σε βάρος της Ελλάδας, ενώ ταυτόχρονα ήταν μόλις το 1/3 εκείνων που είχαμε με τη Γερμανία του Χίτλερ, η οποία απορροφούσε τη μισή ελληνική παραγωγή καπνού...
Στην Ελληνική οικονομία η ύπαρξη Αγγλικών εταιρειών και επιχειρήσεων ήταν εμφανέστατη, ενώ ταυτόχρονα η Αγγλία ήταν και η κυριότερη πιστώτρια της χώρας, καθώς Άγγλοι ομολογιούχοι κρατούσαν το 67% περίπου των ομολογιών του εξωτερικού δανεισμού της χώρας, που ανέρχονταν το 1937 στο ποσό των 78 περίπου εκατομμυρίων δραχμών.
Όπως φαίνεται από διπλωματικά έγγραφα που έγιναν πλέον δημόσια ντοκουμέντα, ο Μεταξάς είχε πολλές φορές παραπονεθεί στη Βρετανική κυβέρνηση, αλλά και στο βασιλιά της Ελλάδος, Γεώργιο, για τις υπερβολικές απαιτήσεις των Άγγλων ομολογιούχων και για το ευνοϊκό καθεστώς μέσα στο οποίο δραστηριοποιούνταν οι αγγλικές επιχειρήσεις που λειτουργούσαν στην Ελλάδα.
Λέγεται ότι στο «ενεργητικό» του Μεταξά ήταν και η προσπάθεια να εξαγοράσει τις μετοχές της Αγγλικής εταιρείας Eastern Telegraph Company, η οποία είχε συγχωνευθεί με την Cable and Wireless LTD, και η οποία είχε υπό τον έλεγχό της το τηλεπικοινωνιακό δίκτυο της Ελλάδας, αλλά η προσπάθεια τορπιλίσθηκε από την επίσημη Αγγλική Κυβέρνηση, καθώς με τον έλεγχο των τηλεπικοινωνιών ασκούσε και έλεγχο των μηνυμάτων που αντάλλασσαν ξένες πρεσβείες της Αθήνας με τις πρωτεύουσες των χωρών τους.
Βέβαια ο Μεταξάς προσπάθησε να εξαγοράσει υπέρ του Μετοχικού ταμείου Στρατού τις ξένες Ασφαλιστικές Εταιρείες που λειτουργούσαν στην Ελλάδα (οι περισσότερες από τις οποίες ήταν Βρετανικές) και πάλι βρήκε αντιμέτωπη την Αγγλική Κυβέρνηση και η προσπάθειά του απέτυχε.
Ελέγχοντας τα πράγματα στην Ελλάδα μέσω της Βασιλικής Αυλής του Γεωργίου, η Βρετανική διπλωματία δεν «κοπτόταν ιδιαίτερα» για τα ελληνικά πράγματα όσο για τα συμφέροντα των «υπηκόων του Βρετανικού Στέμματος» που δραστηριοποιούνταν είτε ως φυσικά είτε ως Νομικά πρόσωπα στον Ελλαδικό χώρο.
Ο πρεσβευτής Waterlow μιλούσε πολύ χαρακτηριστικά για την Ελλάδα και τους Έλληνες όταν έγραφε, μεταξύ άλλων (PRO/FO 371-22370) «...Η δημοκρατία στην Ελλάδα υπήρξε τα τελευταία εκατό χρόνια μία φάρσα. Η ύπαρξη της δικτατορίας, όμως, δε σημαίνει ότι το καθεστώς θα εξελιχθεί ολοκληρωτικά στο πρότυπο του Χιτλερισμού και από άποψη ιδεολογίας και δομής δεν είναι απόλυτα φασιστικό... Η παρουσία του βασιλιά αλλά και η όλη πολιτική του Μεταξά δε δείχνουν ότι το καθεστώς του θα γείρει προς το φασισμό και τη Γερμανοφιλία...».
Σε ένα άλλο, επίσης φοβερά αποκαλυπτικό ντοκουμέντο που δίνει ανάγλυφο το πνεύμα της εποχής, τις σχέσεις ανάμεσα σε Ελλάδα και Αγγλία, ο Διευθυντής του Νότιου Τομέα του Βρετανικού Υπουργείου Εξωτερικών καθησυχάζοντας τους Άγγλους ομολογιούχους γράφει (PRO/FO 371-22355) τα ακόλουθα: «... από τη σκοπιά των Βρετανικών συμφερόντων αυτό που χρειάζεται η Ελλάδα είναι η κυβέρνηση της να είναι σταθερή, ευσυνείδητη και τίμια, όσο μπορεί φυσικά να περιμένει κανείς να είναι οι ελληνικές κυβερνήσεις, και ο αρχηγός η οι αρχηγοί να υπολογίζουν στο Βρετανικό παράγοντα... Η παρούσα κυβέρνηση έχει λίγο-πολύ τα προσόντα αυτά..».
Στις 3 Οκτωβρίου 1938, λίγο μετά την ιστορική πλέον «Συμφωνία του Μονάχου», ο Μεταξάς ζήτησε απροκάλυπτα από τους Άγγλους τη σύναψη μιας συμμαχίας που θα ήταν χρήσιμη και για τις δύο χώρες σε περίπτωση πολέμου. Ο Μεταξάς επέμενε δηλώνοντας ότι η γερμανική «πέμπτη φάλαγγα» αλώνιζε κυριολεκτικά τα Βαλκάνια και την Ελλάδα και ζητούσε από την Αγγλία «...ενόψει των όσων γνωρίζουμε ότι κάνετε για την Τουρκία έχουμε (σχεδόν) το δικαίωμα να αναμένουμε από σας να κάνετε κάτι και για την Ελλάδα...». Η Αγγλική πλευρά όμως παρέμεινε «κουφή»...
Λίγους μήνες αργότερα, μετά την εισβολή της Ιταλίας στην Αλβανία, τον Απρίλιο του 1939, η Αγγλία και η Γαλλία εγγυήθηκαν επίσημα και δημόσια την ανεξαρτησία της Ελλάδας και της Ρουμανίας και υποσχέθηκαν να βοηθήσουν σε περίπτωση που θα δέχονταν επίθεση από τρίτη χώρα. Όπως φάνηκε αργότερα αυτή «η εγγύηση» δεν αποτελούσε και δήλωση ανάληψης συγκεκριμένων υποχρεώσεων σε περίπτωση πολέμου, όπως αρχικά είχαν πιστέψει όλοι στην Ελλάδα. Η Βρετανική στρατηγική έβλεπε περισσότερη χρησιμότητα στην Ελλάδα σαν «ουδέτερη χώρα» παρά σαν σύμμαχό της (πράγμα που απαιτούσε και τη δέσμευση ανδρών και πολεμικού υλικού μέσα στον ελλαδικό χώρο...).
Στους μήνες που ακολούθησαν την Ιταλική κατάληψη της Αλβανίας μέχρι και το Σεπτέμβριο του 1939 μέσα από διπλωματικές ενέργειες τις οποίες και επικροτούσαν οι Άγγλοι, επήλθε μία σταδιακή βελτίωση στις Ελληνοϊταλικές σχέσεις. Και καθώς έληγε το σύμφωνο «φιλίας» ανάμεσα στη χώρα μας και την Ιταλία (που είχε επικυρωθεί το 1929 και όριζε ότι «.. .σε περίπτωση που ένα από τα συμβαλλόμενα Κράτη δεχόταν επίθεση από τρίτη χώρα, το άλλο θα τηρούσε ουδέτερη στάση σε όλη τη διάρκεια του πολέμου», κτλ.) και είχε αρχίσει να διαφαίνεται μια πιθανότητα Αγγλο-Ιταλικής σύρραξης, ο Μεταξάς θεώρησε καλό να ευαισθητοποιήσει τη Βρετανική διπλωματία πάνω στο θέμα.
Ο Μουσολίνι κάλεσε τον πρεσβευτή του, Γκράτσι, από την Αθήνα στη Ρώμη και του έδωσε την εντολή να ζητήσει από το Μεταξά την ανανέωση του συμφώνου «φιλίας και συνεργασίας», ενώ ταυτόχρονα ο κόμης Τσιάνο δήλωνε ότι ήταν έτοιμος να επισκεφθεί την Αθήνα και να υπογράψει ένα τέτοιο σύμφωνο ανάμεσα στις δύο χώρες.
Ήταν Σεπτέμβριος του 1939 και ο Χίτλερ είχε ξεκινήσει το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ο Μεταξάς αισθανόταν επιτακτική ανάγκη «να προσδέσει την Ελλάδα σε μία αμυντική συμφωνία με την Αγγλία», αλλά η Βρετανική Κυβέρνηση, δρώντας με γνώμονα τα δικά της συμφέροντα, δεν αισθανόταν καμία παρόμοια επιτακτική ανάγκη. Στην Αγγλία συνέφερε να μείνει η Ελλάδα «αδέσμευτη» έτσι ώστε να εξυπηρετηθούν κατά τον καλύτερο δυνατό τρόπο τα δικά της συμφέροντα και όχι τα συμφέροντα της Ελλάδας.
Από τις αρχές του 1940 οι σχέσεις ανάμεσα σε Ελλάδα και Ιταλία είχαν αρχίσει να φθείρονται ακριβώς επειδή και οι σχέσεις ανάμεσα στην Ιταλία (σύμμαχο του Χίτλερ) και την Αγγλία είχαν αρχίσει να φθείρονται.
Το καλοκαίρι του 1940, καθώς ο πόλεμος είχε πια αγκαλιάσει ολάκερη την Ευρώπη, ο Χίτλερ έδινε μέσω του Τσιάνο διαβεβαίωση στον Ντούτσε ότι η Μεσόγειος αποτελούσε χώρο ελέγχου και επιρροής της Ιταλίας. Τον Αύγουστο άρχισαν οι παρενοχλήσεις και προκλητικές ενέργειες σε βάρος ελληνικών πλοίων, ενώ ο Ιταλικός Τύπος ξεκίνησε μια καμπάνια λεκτικών επιθέσεων κατά της Ελλάδας.
Οι «δικαιολογίες» που έδινε ο Γκράτσι στην Κυβέρνηση Μεταξά εστιάζονταν πάνω «στις υποψίες του Διοικητή των Δωδεκανήσων De Vecchi και του Τσιάνο ότι χρησιμοποιούσε τα ελληνικά νησιά, με την ανοχή των ελληνικών αρχών για επιθέσεις σε Ιταλικούς και Γερμανικούς στόχους...».
Τη 14η Αυγούστου σύσσωμος ο Ιταλικός Τύπος κατηγόρησε τις μυστικές υπηρεσίες της Ελληνικής Κυβέρνησης για τη δολοφονία του Αλβανού Νταούτ Χότζα και επιτέθηκε ανοιχτά κατά του βασιλιά Γεωργίου και του δικτάτορα Μεταξά.
Τη 15η Αυγούστου μέσα στο λιμάνι της Τήνου βυθίστηκε η «Έλλη» από Ιταλικό υποβρύχιο, αλλά ο Μεταξάς ανακοίνωσε ότι το πολεμικό μας πλοίο είχε βυθιστεί από «υποβρύχιο άγνωστης εθνικότητας» καθώς προσπάθησε να αποφύγει την απευθείας ρήξη με την Ιταλία.
Αμέσως μετά ο Μεταξάς προσπάθησε και πάλι να κινήσει το ενδιαφέρον των Άγγλων για μια συμφωνία συμπαράστασης προς την Ελλάδα απέναντι στο διαγραφόμενο, απειλητικά πια, Ιταλικό κίνδυνο, αλλά το μόνο που κατάφερε να εκμαιεύσει ήταν ένα μήνυμα του Churchill, ο οποίος στις 25 Αυγούστου 1940 δήλωσε «...η θαρραλέα στάση των Ελλήνων, υπό την ηγεσία του Μεταξά, είχε κερδίσει το θαυμασμό του αγγλικού λαού που έβλεπε στη σύγχρονη στάση των Ελλήνων το παράδειγμα των προγόνων τους μπροστά στον Περσικό κίνδυνο.».
Παράλληλα, η Αγγλία προσπάθησε να πείσει την Τουρκική Κυβέρνηση να υποσχεθεί συνδρομή στην Ελλάδα σε περίπτωση Ιταλικής επίθεσης, αλλά η Τουρκική κυβέρνηση απέφυγε να αναλάβει οποιανδήποτε δέσμευση.

Προς το τέλος του Σεπτεμβρίου 1940 στη διάρκεια της επίσκεψης του Τσιάνο στο Βερολίνο «η ελληνική υπόθεση κρίθηκε ότι μπορούσε να περιμένει λίγο ακόμη». Δεν μπορούσε όμως να περιμένει και ο Ντούτσε, ο οποίος χρησιμοποίησε ως δικαιολογία την αποτυχία του Χίτλερ να περάσει τη Μάγχη και την ανάγκη του Άξονα να χτυπήσει «την αγγλική βάση στη Μεσόγειο», δηλαδή την Ελλάδα. Δόθηκαν οι σχετικές εντολές στο Ιταλικό Γενικό Επιτελείο για την εκπόνηση των σχεδίων προέλασης των Ιταλικών στρατευμάτων ξηράς από την Αλβανία προς την Ήπειρο και του βομβαρδισμού στόχων στο εσωτερικό της Ελλάδας από την Ιταλική αεροπορία. Η κατάρρευση της Ρουμανικής αντίστασης και η κατάληψη της Ρουμανίας στις 13 Οκτωβρίου 1940 έδωσε νέα ένταση στις ανάγκες του Ντούτσε για μία μεγάλη επιτυχία, όπως αυτήν της κατάκτησης της Ελλάδας, που είχε κριθεί ότι είναι «ζήτημα ημερών...». Ζήτημα ημερών θεωρούσε την κατάρρευση του ελληνικού μετώπου και το Γενικό Επιτελείο της Αγγλίας.
Τις πρώτες πρωινές ώρες της 28ης Οκτωβρίου 1940, ο Ιταλός πρεσβευτής επέδωσε στον Ιωάννη Μεταξά το τελεσίγραφο με το οποίο ο Μπενίτο Μουσολίνι ζητούσε από την Ελληνική Κυβέρνηση να παραχωρήσει στις Ιταλικές Ένοπλες Δυνάμεις «διάφορες βάσεις και άλλες στρατιωτικές διευκολύνσεις».
Έχει προταθεί από μερικούς η άποψη ότι το ιταλικό τελεσίγραφο ήταν έτσι διατυπωμένο ώστε να είναι βέβαιη εκ των προτέρων η απόρριψή του από την ελληνική πλευρά. Η θέση αυτή επιβεβαιώνεται μέχρι ένα σημείο και από τη βιασύνη των Ιταλών που φάνηκε, καθώς η επίθεσή τους σε ελληνικά φυλάκια της παραμεθόριας γραμμής Ελλάδος-Αλβανίας εκδηλώθηκε πριν ακόμη λήξουν επίσημα οι 3 ώρες διορίας που δίνονταν από το τελεσίγραφο.
Ο Ιωάννης Μεταξάς, χωρίς να συμβουλευθεί το βασιλιά η τους πλέον στενούς του συνεργάτες, χωρίς να ζητήσει έστω την τυπική γνώμη των αρμόδιων στελεχών του Υπουργείου των Εξωτερικών, με πλήρη συναίσθηση των όσων συνεπαγόταν αυτή η «άρνηση» και ο αιματηρός πόλεμος που θα επακολουθούσε ανάμεσα στην πάνοπλη Ιταλία και τη φτωχή Ελλάδα, δήλωσε απερίφραστα, «Τι είναι ένας επαναστάτης;» αναρωτιέται σε μια μεστή νοημάτων παράγραφο ο Γάλλος Albert Camus και συνεχίζει «εκείνος που λέει ΟΧΙ αλλά με την άρνηση του δεν εννοεί αποποίηση. Γιατί είναι ταυτόχρονα το άτομο που λέει ΝΑΙ στον αγώνα του έχοντας ήδη κάνει συνειδητά την πρώτη κίνηση της άρνησης.».
Στους κύκλους των επιστημόνων της συμπεριφοράς υπάρχουν αυτοί που διατείνονται ότι ένα άτομο δεν μπορεί, δεν είναι σωστό να προσπαθήσει να είναι λογικό και συναισθηματικό ταυτόχρονα. Αν όμως σταθούμε για λίγο επικεντρώνοντας σε υποκειμενικό επίπεδο αξιολόγησης αυτήν τη θέση, ο καθένας μας μπορεί να διαπιστώσει ότι μπορούμε να αισθανθούμε αυτό που σκεφτόμαστε. Το συναίσθημα δεν αποκλείει, αναγκαστικά, τη λογική, ούτε η λογική μπορεί να αποκλείσει το συναίσθημα. Ο κίνδυνος που υπάρχει για τον καθένα μας είναι συνυφασμένος με μια ασυνείδητη τάση μας να παρουσιάζουμε κάποιες συναισθηματικές μας αντιδράσεις ως παράγωγα λογικής σκέψης, γιατί τότε το αποτέλεσμα που προκύπτει αποτελεί «προπαγάνδα» και ο αποδέκτης του μηνύματός μας οδηγείται να δεχθεί σαν λογικό παράγωγο μια καθαρά συναισθηματική μας θέση.
Ακριβώς επειδή είμαστε Έλληνες και μας χαρακτηρίζουν κάποια σημαντικά συναισθηματικά δεδομένα και τρόποι λογικής ανάλυσης των ιστορικών μας καταβολών, είναι χρήσιμο, να δούμε έστω φευγαλέα μέσα στο πλαίσιο μιας σωστής εκτίμησης το ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940 που βροντοφώναξαν με ένα στόμα οι Έλληνες στο φασίστα Ντούτσε!
Δεν κρύβει καμία απολύτως υστεροβουλία η διαπίστωση ότι ο Μεταξάς το πρωί της 28ης Οκτωβρίου με το ιστορικό του ΟΧΙ ευθυγραμμίστηκε με το λαϊκό συναίσθημα που διέπνεε κάθε Έλληνα και Ελληνίδα άσχετα με την κομματική και πολιτική του τοποθέτηση. Έτσι εισέπραξε την εκτίμηση όλων των Ελλήνων και έγινε αντικείμενο εκδηλώσεων αποκαλούμενος στις θεατρικές παραστάσεις που αποδοκίμαζαν και χλεύαζαν τον Ντούτσε και τους Ιταλούς ως «Μπάρμπα Γιάννης» και «κυρ-Γιάννης», ακόμα και «πατέρας της νίκης.».
Η 28η Οκτωβρίου και το ΟΧΙ τερμάτισε κάθε αντίδραση κατά του καθεστώτος και συσπείρωσε όλους τους Έλληνες γύρω από την Κυβέρνηση. Πολιτικοί όλων των αποχρώσεων, πρώην αντίπαλοι του καθεστώτος προσφέρθηκαν να πολεμήσουν στην πρώτη γραμμή, η συγχάρηκαν χωρίς ενδοιασμούς το Μεταξά για τη στάση του απέναντι στον εισβολέα.
Μέσα στο γενικότερο πλαίσιο αναφοράς των στοιχείων που συνέθεταν την εικόνα του Β' Παγκόσμιου Πολέμου «η Μάχη της Ελλάδας», όπως χαρακτηρίστηκε από ιστοριογράφους, θεωρήθηκε αρχικά σαν μια μικρής έκτασης διένεξη ανάμεσα στην Ελλάδα και την Ιταλία με μικρές προεκτάσεις στο γενικότερο θέατρο του παράλογου πολέμου.
Ήταν και αυτή η εκτίμηση μία «άρνηση» μιας πραγματικότητας που έμελλε σύντομα να αποδειχθεί καθοριστικής ψυχοκοινωνικής σημασίας για τους χειμαζόμενους λαούς της Ευρώπης.
Την ώρα που ο Μεταξάς μιλώντας για όλους τους απανταχού Έλληνες έλεγε ΟΧΙ στον Άξονα, η Ευρώπη, με εξαίρεση την Αγγλία, είχε ήδη υποκύψει στις δυνάμεις του (ή είχε μείνει «ουδέτερη», όπως η Σουηδία και η Ελβετία). Η Τσεχοσλοβακία, η Πολωνία, το Βέλγιο, το Λουξεμβούργο, η Δανία, η Νορβηγία, η Ολλανδία, η Ρουμανία και φυσικά η Γαλλία είχαν υποκύψει η είχαν προσχωρήσει στον Άξονα. Η Γιουγκοσλαβία, είχε τους δεσμούς της με την Αγγλία, αλλά «έπαιζε και τα παιχνίδια της με τον Ντούτσε» πράγμα που την οδήγησε σε άμεση κατάρρευση όταν βρέθηκε αντιμέτωπη με τη Γερμανία, ενώ η Τουρκία αν και είχε επίσημη συμμαχική συμφωνία με τη Μεγάλη Βρετανία απέφυγε να συμπαρασταθεί, έστω και ηθικά στην Ελλάδα, η δε Βουλγαρία έχοντας βλέψεις στο Ελληνικό Αιγαίο προσχώρησε στον Άξονα...
Μέσα στο παραπάνω πλαίσιο αναφοράς το ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου 1940 έχει ψυχοκοινωνικές διαστάσεις που χρειάζεται να εκτιμηθούν από τις νεότερες γενιές των Ελλήνων με νηφάλια αντικειμενικότητα. Γιατί μαζί με εκείνη την εντυπωσιακή πράξη της «άρνησης» η Ελλάδα δημιούργησε τη θέση της «κατάφασης» δίνοντας ζωντανό παράδειγμα ελπίδας σε όλους εκείνους που έψαχναν να βρούνε τους άνδρες και τις γυναίκες ακόμη και τα παιδιά που δε θα ζούσαν με το βάρος ενός «Πουρκουά» ή τη ντροπή μιας «συνεργασίας», αλλά θα θυσιάζονταν λέγοντας ΟΧΙ!!!
Στους επόμενους μήνες οι Ιταλοί χρειάστηκε να συγκεντρώσουν στο Αλβανικό μέτωπο περισσότερους από 700.000 άνδρες, πυροβολικό, αεροπλάνα και πολεμικό υλικό που θα μπορούσε να είχε χρησιμοποιηθεί σε άλλο σημείο του πολεμικού θεάτρου. Όταν τέλειωσε η επίθεση των Ιταλών και καθώς η Ελλάδα έπεφτε στα χέρια των Ναζί, έχοντας και πάλι προβάλει ηρωική και εντυπωσιακή αντίσταση στις μεραρχίες, την αεροπορία και τα τεθωρακισμένα των Γερμανών και των Βουλγάρων, βαθιά πια στον Απρίλιο του 1941, οι Ιταλοί μέτρησαν πάνω από 14.000 νεκρούς, περισσότερους από 20.000 αχρηστεμένους άνδρες από τα κρυοπαγήματα και τουλάχιστον 25.000 αιχμάλωτους αξιωματικούς και οπλίτες.
Η άρνηση, το ΟΧΙ, είχε γίνει θέση. Η αποτυχημένη επίθεση του Μουσολίνι, η αναγκαστική δέσμευση δυνάμεων του Χίτλερ για την υποταγή των Ελλήνων και αργότερα η ιστορική «μάχη της Κρήτης» κόστισαν ακριβά και απετέλεσαν καθοριστικό παράγοντα για τις παραπέρα εξελίξεις ακόμα και για την επίθεση εναντίον της Ρωσίας.
Έχει διατυπωθεί η άποψη, ιδιαίτερα από κάποιους Ιταλικούς κύκλους ότι οι άνδρες της στρατιάς της Αλβανίας δεν «πήραν στα σοβαρά το ρόλο τους», καθώς είχαν διαταχθεί να κατακτήσουν την Ελλάδα για τους κατανοητούς λόγους «αντίστασης προς τον Μουσολίνι και τους φασίστες του».
Η προωθημένη μέσω της μελέτης αυτής άποψη, που αποκρυσταλλώνεται καθώς σκύβουμε ευλαβικά πάνω στα ιστορικά ντοκουμέντα εκείνης της εποχής, είναι πολύ αντίθετη με την παραπάνω θέση, ακριβώς επειδή μπορεί ίσως να εξυπηρετεί κάποιες «σκοπιμότητες», αλλά μειώνει προσβλητικά όχι μόνο τους νεκρούς Έλληνες μαχητές της Πίνδου, όχι μόνο τις ανώνυμες Ελληνίδες που έπεσαν μεταφέροντας πυρομαχικά και τραυματίες μέσα στα χιόνια και τους πάγους, αλλά και εκείνες τις χιλιάδες των Ιταλών που πολέμησαν όσο γενναία μπορούσαν μέσα στην παραφροσύνη των καιρών εκείνων και που έπεσαν στα διάφορα πεδία μάχης από την 28η Οκτωβρίου μέχρι και τον Απρίλιο του 1941.
Σε δηλώσεις του προς τα μέλη της «Ένωσης Ιδιοκτητών και Συντακτών του Αθηναϊκού Τύπου» την τρίτη ημέρα του πολέμου ο Ιωάννης Μεταξάς ανέφερε μεταξύ άλλων: «Έχω λογοκρισία και ημπορώ να σας υποχρεώσω να γράφετε μόνο ό,τι θέλω. Αυτή την ώρα όμως δεν θέλω μόνο την πέννα σας. Θέλω και την ψυχή σας...».
Μέσα από την πράξη του ΟΧΙ, ο Ιωάννης Μεταξάς ίσως προσπάθησε να μετουσιωθεί σε έναν ακόμη Έλληνα αρχηγό που, όπως όλοι οι Έλληνες ηγέτες, γνώριζε βαθιά στην καρδιά του πως στις πραγματικά κρίσιμες για το Έθνος και την πατρίδα στιγμές μόνο μια λέξη ηχεί σωστά σε ελληνικά αυτιά και φυλλοκάρδια, όταν απειλείται η υπόσταση των Ελλήνων. Και η λέξη αυτή είναι αναμφίβολα το ΟΧΙ.
Υπήρξε γενική η ομολογία τόσο μέσα όσο και έξω από τον Ελλαδικό χώρο ότι η γενιά του «σαράντα» ήταν μια γενιά που πραγματικά μεγαλούργησε, μια γενιά ανδρών, γυναικών και παιδιών που δημιούργησαν για εμάς τους νεότερους χρυσές υποθήκες γράφοντας ανεκτίμητες σελίδες ηρωισμού, αυταπάρνησης, αυτοθυσίας και ανδρείας έχοντας παραμερίσει το διχασμό και τη διχόνοια.
Γιορτάζοντας σήμερα, εκείνη την επέτειο του ιστορικού ΟΧΙ της 28ης Οκτωβρίου του 1940 αποτίνουμε οι απανταχού της γης Έλληνες και Ελληνίδες έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε εκείνους που έπεσαν για να μην περάσει ο φασισμός του Άξονα. Η Ελλάδα ποτέ δε θα διστάσει, όποιοι και εάν συμβεί να είναι εκείνοι που θα της ζητήσουν να τους παραδώσει έστω και μια σπιθαμή γης, να βροντοφωνάξει ακόμη ένα βροντερό, ελληνοπρεπέστατο και ομόφωνο.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:
Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμος ΙΕ', Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978. Επαμεινώνδας Π. Καββαδίας, Ο πόλεμος του 1940 όπως τον έζησα: αναμνήσεις 2 Μαρτίου 1935 - 25 Μαρτίου
1943, Πυρσός, Αθήνα 1950.
Δημήτριος Κ. Σβολόπουλος, Ο πόλεμος κατά της ιταλικής εισβολής: 28 Οκτωβρίου 1940 - 25 Ιανουαρίου
1944, Πυρσός, Αθήνα [χ.χ.].
Μάριο Τσέρβι, Ο Ελληνο-ιταλικός πόλεμος, πρόλογος Νίκου Κ. Παπαρρόδου, σχόλια Ελληνικού Γενικού Επιτελείου Στρατού, Alvin Redman Hellas, Αθήνα 1967. www.Fco.gov.uk/foi
ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΣΕΠ.- ΟΚΤ. 2007

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ
Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ

Η ΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΑΡΧΙΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΑΘΗΝΩΝ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΚΑΤΑΚΤΗΤΩΝ
Κείμενο-Φωτογραφίες:
Αρχιμανδρίτης Ιουστίνος Δ. Μαρμάρινος,
Δντης Θρησκευτικού ΓΕΝ
Εξήντα και πλέον χρόνια έχουν παρέλθει από τις τραγικές εκείνες ημέρες της καταλήψεως των Αθηνών και ολόκληρης της Ελλάδας από τα χιτλερικά στρατεύματα κατοχής. Μέσα όμως σε μια ατμόσφαιρα θλίψεως και οδύνης αναδείχθηκαν μορφές ηρωικές που χαλύβδωσαν το φρόνημα των Ελλήνων και ύψωσαν τη σημαία της αντίστασης κατά του κατακτητή. Από τις πρώτες ηρωικές πράξεις αντίστασης είναι η αντιμετώπιση των κατακτητών από τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών Χρύσανθο Φιλιππίδη, τον από Τραπεζούντος. Μορφή ηρωική που προσέφερε ανυπολόγιστες υπηρεσίες στο ποίμνιό του στη περιφέρεια Τραπεζούντος, το οποίο κατόρθωσε, με δικές του ενέργειες να διασώσει ακέραιο από τους διωγμούς των Νεοτούρκων και τις σφαγές του ποντιακού Ελληνισμού που ακολούθησαν μετά τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική καταστροφή. Μετά από έντονο διπλωματικό αγώνα για τα δίκαια του Ποντιακού Ελληνισμού και μεγάλη διεθνή δραστηριότητα ως Αποκρισάριος του Οικουμενικού Πατριαρχείου στη Αθήνα, πλήρης σεβασμού και αναγνωρίσεως αναδεικνύεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών το 1939, ακριβώς για να επιτελέσει το χρέος της Εκκλησίας στις δύσκολες αλλά και ηρωικές στιγμές του Ελληνισμού που ακολούθησαν. Απαύγασμα της λάμψης και του μεγαλείου του ανδρός είναι η στάση του απέναντι στους Γερμανούς κατά την είσοδό τους στην Αθήνα και τα δύσκολα χρόνια της κατοχής που ακολούθησαν. Οι ιστορικές αναφορές και λεπτομέρειες που αναφέρονται, εν πολλοίς άγνωστες, φανερώνουν την υψηλή προσφορά του κλήρου και της Εκκλησίας μας σε καιρούς κρίσιμους.
Ol ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ
Στις 10 Φεβρουαρίου 1940 η Ακαδημία Αθηνών σε πανηγυρική συνεδρίαση εξέλεξε ως τακτικό μέλος της τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο και στην επίσημη δεξίωση οι καθηγητές Μαρίνος Γερουλάνος και Δημήτριος Μπαλάνος με λαμπρές προσφωνήσεις εξήραν την προσωπικότητα και το έργο του σεβάσμιου ιεράρχη. Ο Χρύσανθος βρισκόταν στο αποκορύφωμα της κοινωνικής του καταξίωσης και είχε κερδίσει την εκτίμηση και το σεβασμό της Αθηναϊκής κοινωνίας, όπως φάνηκε και με τη βαθιά εντύπωση που προκάλεσε η επίσημη ομιλία του με θέμα «Εκκλησία και πολιτισμός εν τη καθ' ημάς Ανατολή»1. Πολύ σύντομα όμως τα σύννεφα του πολέμου που ήδη σκέπαζαν την Ευρώπη δεν άργησαν να βαρύνουν και τον ουρανό της Ελλάδας. Ο Αρχιεπίσκοπος με καλύτερη γνώση των Ευρωπαϊκών πραγμάτων και έχοντας ήδη ζήσει από κοντά τις συνέπειες των τελευταίων πολέμων, ανησυχούσε ακόμα περισσότερο για την τύχη του ορθόδοξου λαού που του εμπιστεύθηκε ο Θεός.
Στις 27 Οκτωβρίου 1940, ημέρα Κυριακή στα εγκαίνια του μεγαλοπρεπούς Ι. Ναού της Αγίας Φωτεινής Νέας Σμύρνης, ο Χρύσανθος αισθανόταν βαριά την ευθύνη απέναντι σ' αυτό το λαό που πλημμύριζε μέσα και έξω το μεγάλο ναό. Όταν, μετά την κατανυκτική ακολουθία της καθιερώσεως του Ναού, ο Αρχιεπίσκοπος βγήκε στην Ωραία Πύλη για να μιλήσει στους πιστούς, το πρόσωπό του φλογιζόταν απ' όλη την αγωνία που είχε στην ψυχή του για τα γεγονότα που αυτός γνώριζε πως πλησιάζουν. Η συγκίνηση και τα βαθιά πατριωτικά αισθήματα που κατέθλιβαν την ψυχή του, τόσο πολύ τον συγκλόνιζαν, ώστε μόνο λίγες λέξεις κατόρθωσε να προφέρει, χωρίς να μπορέσει να προϊδεάσει τον κόσμο για τα γεγονότα που επρόκειτο σε λίγες ώρες να τον αναστατώσουν2.
Με την έκρηξη του πολέμου, το πρωί της επομένης, ο Χρύσανθος, ως πρόεδρος της Ιεράς Συνόδου, απηύθυνε διάγγελμα προς τον Ελληνικό λαό, με το οποίο καλούσε όλους τους Έλληνες να αγωνιστούν υπέρ πίστεως και πατρίδος με την πεποίθηση της συμπαράστασης και της σκέπης του Θεού στο δίκαιο αγώνα του Έθνους3.
Πολύ γρήγορα όμως πέρασε ο Χρύσανθος από τα λόγια στην πράξη. Όσο ο Ελληνικός λαός αγωνιζόταν στα βουνά της Ηπείρου αυτός στα μετόπισθεν έδινε τη δική του πολύτιμη μάχη. Όλες οι ώρες, οι σκέψεις και οι ενέργειές του, από την πρώτη ημέρα αφιερώθηκαν στον κοινό αγώνα4.
Επιστράτευσε μεγάλον αριθμό εθελοντών κληρικών - εξομολόγων που διακρίνονταν για τον ενθουσιασμό και τη γενναιοψυχία τους και τους έστειλε στην πρώτη γραμμή, για να ενθαρρύνουν και να χαλυβδώνουν το φρόνημα των μαχητών με τα αγιαστικά μέσα της Εκκλησίας μας, με το φλογερό τους λόγο και με το παράδειγμά τους5.
Οργάνωσε αστραπιαία την Πρόνοια των στρατευομένων της Αρχιεπισκοπής Αθηνών όπου, υπό την καθοδήγησή του, προσέφεραν τις υπηρεσίες τους δύο χιλιάδες εθελοντές, άνδρες και γυναίκες, και επιτέλεσαν αξιοθαύμαστο φιλανθρωπικό έργο. Χωρίς να οργανώσει εράνους και να ζητάει δωρεές, διέθεσε πολλά εκατομμύρια δραχμών, υπέρ των ασθενών, των τραυματιών πολέμου και των οικογενειών των στρατευμένων. Διέθεσε ιερείς για τις θρησκευτικές ανάγκες τους και συγκρότησε ομάδα "προνοίας" για πατριωτική αλληλογραφία με το μέτωπο και αποστολή δεμάτων και εντύπων προς τους μαχομένους, για τόνωση του φρονήματός τους6.

Τη 16η Νοεμβρίου 1940 ο Χρύσανθος και η Εκκλησία της Ελλάδος απευθύνουν έκκληση προς τις απανταχού της οικουμένης χριστιανικές Εκκλησίες. Καταγγέλλει την απρόκλητη επίθεση της φασιστικής Ιταλίας (ανήμερα μάλιστα στην εορτή της Παναγίας), απαριθμεί τις βαρβαρότητες των επιτιθεμένων και τους καλεί «να αναλάβητε ζήλον Χριστού και να διαμαρτυρηθήτε και κινηθήτε και να κινήσητε τους λαούς υμών αξίως του αδικήματος, ίνα μάθωσι πάντες ως κοινόν εχθρόν να νομίζωσι τον άρπαγα...»7.
Με την είσοδο της Γερμανίας στον πόλεμο, τον Απρίλιο του 1941, ο ελληνικός λαός βρίσκεται αντιμέτωπος και με δεύτερη σιδηρόφρακτη αυτοκρατορία ταυτοχρόνως και όμως δεν παραλείπει να κάνει το καθήκον του και να αγωνισθεί έως εσχάτων. Η Εκκλησία βρίσκεται δίπλα του στον αγώνα του αυτόν.
Στις 6 Απριλίου 1941 η Ιερά Σύνοδος με πρόεδρο τον Χρύσανθο απευθύνει διάγγελμα προς τον ηρωικώς μαχόμενο φιλόχριστο Ελληνικό Στρατό. Μεταξύ άλλων το διάγγελμα ανέφερε:
«Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά, από της σήμερον ημέρας και έτερος εχθρός, η Χιτλερική Γερμανία, αδίκως και ανάνδρως επιτίθεται κατά της ιεράς ημών Χώρας... Αι δυνάμεις της ύλης και του σκότους συνώμοσαν κατά της δυνάμεως του πνεύματος και του φωτός. Αλλ' ο μέγας Θεός, όστις είναι Πνεύμα, Φως και Ζωή, δεν θα επιτρέψη την Βασιλείαν του σκότους... θα συντρίψει και τον εκ Γερμανίας Εκατόχειρα Τυφυέα (sic), και θα ανατείλη και πάλιν... τον ήλιον της Δικαιοσύνης και Αληθείας...»8.
Είναι φανερή η ταύτιση των Γερμανών με τις δυνάμεις του σκότους και διάχυτη η αίσθηση της κατάφωρης αδικίας και ανανδρίας, ακόμη και με την ηθική του πολέμου, αφού δε διστάζουν να επιτεθούν πισώπλατα εναντίον ενός μικρού λαού που ήδη αγωνίζεται υπέρ βωμών και εστιών εναντίον μιας μεγάλης και ισχυρής αυτοκρατορίας, όπως ήταν η Ιταλία της εποχής αυτής.
Τα αισθήματα του Χρυσάνθου προφανώς ταυτίζονται με τα αισθήματα ολόκληρου του ελληνικού λαού, έκφραση των οποίων αποτελούν και τα δύο μνημειώδη διαγγέλματα του Χρυσάνθου που εκδόθηκαν αμέσως με την εισβολή των Ιταλών και Γερμανών αντίστοιχα. Την περαιτέρω όμως στάση του Χρυσάνθου έναντι των Γερμανών κατακτητών θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια.

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΟ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ ΣΤΗΝ ΑΘΗΝΑ
ΚΑΙ ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΕΚΘΡΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
Μετά το λαμπρό έπος της Αλβανίας και την ηρωική αντίσταση του Στρατού μας στα μακεδονικά οχυρά, ο ελληνικός λαός, τσακισμένος από το διμέτωπο και άνισο αγώνα με δύο αυτοκρατορίες λυγίζει και νικητής αυτός εξαναγκάζεται σε πικρή τριπλή εχθρική κατοχή.
Η Ελληνική Κυβέρνηση και ο βασιλιάς Γεώργιος Β' αναγκάζονται να εγκαταλείψουν την πρωτεύουσα και να συνεχίσουν τον αγώνα στην Κρήτη, αρχικά, και στην Αίγυπτο στη συνέχεια. Παρ' όλο που ο βασιλιάς πρότεινε στο Χρύσανθο να ακολουθήσει την Κυβέρνηση στην εξορία, αυτός αρνήθηκε και παρέμεινε, ως πραγματικός πατέρας και ποιμένας, κοντά στο ποίμνιό του που διέτρεχε τον έσχατο κίνδυνο.
Το θάρρος και η τόλμη που ο ειρηνικός αυτός άνθρωπος επέδειξε στις δύσκολες για το έθνος εκείνες στιγμές τον ανέδειξαν σε σύμβολο αντίστασης και αξιοπρέπειας ενός ολόκληρου λαού. Αυτό το μικρό διάστημα από την είσοδο των Γερμανών μέχρι την εκθρόνισή του ήταν αρκετό, για να αποκαλύψει το χαλύβδινο χαρακτήρα του και την άκαμπτη προσήλωσή του στην εκπλήρωση του καθήκοντος που προέκυπτε εκ της θέσεως του. Τούτο τονίζει και ο αρχιμανδρίτης Άνθιμος Παπαδόπουλος: «Ο ελάχιστος χρόνος της παραμονής του εις τον θρόνον μετά την υποδούλωσιν της πατρίδος υπήρξε η λαμπροτέρα φάσις της ζωής του»9.
Με τη λήξη της μάχης των οχυρών και τη συνθηκολόγηση του ελληνικού Στρατού της Ηπείρου, οι Γερμανοί, χωρίς ουσιαστική αντίσταση, κατευθύνονται ταχύτατα προς την Αθήνα. Η είσοδος τους αναμενόταν για τις 27 Απριλίου, ήδη όμως από τις 24 Απριλίου είχαν αρχίσει οι προετοιμασίες για την υποδοχή τους.
Ο ίδιος ο Χρύσανθος σημειώνει στο ημερολόγιο του εκείνη την ημέρα: «Έρχονται εις επίσκεψίν μου ο Νομάρχης Αττικοβοιωτίας κ. Πεζόπουλος και ο Δήμαρχος κ. Πλυτάς κατ' εντολήν του Υφυπουργού Ασφαλείας κ. Μανιαδάκη δια να μοι ειπούν ότι μετά των ανωτέρω δύο και του Φρουράρχου Αθηνών Στρατηγού Καβράκου θα παραδώσωμεν την πόλιν εις τους Γερμανούς. Απήντησα ότι εις το έργον τούτο ουδεμίαν θέσιν έχει ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών... έργον του Αρχιεπισκόπου είναι όχι να υποδουλώνη αλλά να ελευθερώνη»10.
Ο Χρύσανθος θεωρούσε εξευτελιστικό για το αξίωμα του Αρχιεπισκόπου την πιθανότητα να αντιμετωπιστεί με περιφρόνηση από κάποιον κατώτερο χιτλερικό αξιωματικό η τόσο επίσημη ελληνική αντιπροσωπεία, και γι' αυτό, παρ' όλη την επιμονή του Μανιαδάκη δεν συμμετείχε στην επιτροπή υποδοχής. Η δικαιολογία του ήταν πως «Εγώ είμαι πνευματικός αρχηγός της Πρωτευούσης. οι επερχόμενοι Γερμανοί και οι σύμμαχοι αυτών είναι ετερόδοξοι. Πως είναι δυνατόν να παραδώσω την πνευματικήν διοίκησιν της Ορθοδόξου πρωτευούσης εις ετεροδόξους;»11.
Την 27η Απριλίου, Κυριακή των Βαΐων, μετά από μία νύχτα γεμάτη αγωνία ο Χρύσανθος μαθαίνει πως οι Γερμανοί πλησιάζουν στους Αμπελοκήπους. Οι τρεις αντιπρόσωποι συναντούν ένα Γερμανό «ανθυπολοχαγίσκο» και οι λοιποί μοτοσικλετιστές συνεχίζουν το δρόμο τους για την Ακρόπολη όπου σε λίγο θα υψώσουν τη χιτλερική σημαία. Ο πόνος και η θλίψη του Χρυσάνθου όταν την αντικρίζει από το παράθυρο της Αρχιεπισκοπής είναι αβάσταχτη, «είμαι περίλυπος μέχρι θανάτου», σημειώνει στο ημερολόγιό του.
Στην κατάσταση αυτή δέχεται την πρόσκληση του Δημάρχου Πλυτά, δια μέσου κάποιου κλητήρα, ότι οι Γερμανοί στρατηγοί θέλουν να μεταβεί ο Αρχιεπίσκοπος στη Μητρόπόλη, για να τελέσουν δοξολογία επί τη αφίξει τους στην Αθήνα. «Ο πάντοτε ειρηνικός και γαλήνιος Αρχιεπίσκοπος», σημειώνει ο πρωτοσύγκελλος της Αρχιεπισκοπής αρχιμανδρίτης Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, «αποτόμως συνωφρυώθη, ηγέρθη και εν θυμώ και οργή, με τόνο φωνής, ον αδυνατώ να αποδώσω, απάντησε:
- Ποιος είσαι συ; Πήγαινε, φύγε αμέσως...»12, και στην ερώτησή του: τι να απαντήσω στον κ. Δήμαρχο; του απαντά «να ειπής ότι σε έδιωξα»13.
Μετά από λίγη ώρα έρχεται νέος απεσταλμένος από το Δήμαρχο με νέο αίτημα αυτή τη φορά. Ρωτάει εκ μέρους του Γερμανού στρατηγού, πότε μπορεί να τον επισκεφθεί στη Μητρόπόλη. «Φαίνεται, σημειώνει ο Χρύσανθος, πως η απάντησή μου τον εσυνέτισε». Στις τέσσερις το απόγευμα ορίστηκε η συνάντηση και ο Γερμανός Στρατηγός του Β' Σώματος Στρατού Stumme, που μόλις είχε φτάσει στην Αθήνα, συνοδευόμενος από τον Klemm, στρατιωτικό ακόλουθο της Γερμανίας στην Αθήνα, και από το νέο Φρούραρχο Αθηνών έφτασαν στην ώρα τους έξω από την Αρχιεπισκοπή.
Ο Χρύσανθος τους δέχεται στην αίθουσα του Αρχιεπισκοπικού θρόνου με «αθυμίαν και κατήφειαν»14. Ο Γερμανός χαιρετάει «μειδιών» και κάθονται όλοι εκτός από το προσωπικό της Αρχιεπισκοπής. Ο στρατηγός προσφέρθηκε να μιλήσουν γαλλικά αλλά ο Χρύσανθος απάντησε πως προτιμάει γερμανικά.
- Φαίνεσθε κουρασμένος, είπε.
- Ναι, απάντησε ο Γερμανός, βρήκαμε γέφυρες και δρόμους κατεστραμμένους από τους Άγγλους. Ποίος θα τους επιδιορθώσει; Οι Άγγλοι πρέπει να πληρώσουν.
- Θα πληρώσει οποίος νικηθεί, απαντά ο Χρύσανθος.
- Κατά τη διαδρομή μας στην Ελλάδα με χαρά παρατήρησα πως πολλοί Έλληνες μιλούν γερμανικά.
- Ναι, απάντησε, υπήρχαν πολλοί θαυμαστές του γερμανικού πολιτισμού πριν τον πόλεμο αλλά τώρα θα έμειναν πολύ ολίγοι, αφού η Γερμανία κήρυξε τον πόλεμο στην Ελλάδα, ή μάλλον δε θα έμεινε κανένας. αλήθεια γιατί τον εκήρυξε;
- Αυτά είναι ζητήματα πολιτικής, αλλά στο δρόμο πολλοί μας έραιναν με λουλούδια.
- Αυτοί δεν θα ήταν προφανώς Έλληνες, απαντά ο Χρύσανθος, και προσέθεσε:
- Επείγει, Στρατηγέ, το ζήτημα του επισιτισμού του τόπου.
- Θα έλθει προσεχώς ιδιαιτέρα επιτροπή επισιτισμού, απάντησε αυτός15.

Ο Γερβάσιος Παρασκευόπουλος, αυτήκοος μάρτυς της συναντήσεως, προσθέτει στον παραπάνω διάλογο τα λόγια του Χρυσάνθου: «Οι Έλληνες πάντοτε ηγάπησαν την Γερμανίαν και κατά προτίμησιν οι Έλληνες των γραμμάτων εις Γερμανίαν συνεπλήρουν τας σπουδάς των και μετέδιδον εις τους συμπολίτας των επανερχόμενοι τας Αρετάς του Γερμανικού λαού. Ποτέ όμως δεν εφαντάζοντο ότι οι Γερμανοί, τους οποίους τόσον ηγάπων, θα έπληττον αυτούς εκ των νώτων καθ' ην στιγμήν επάλαιον δια την ελευθερίαν των με μίαν μεγάλην αυτοκρατορίαν!» Στην απάντηση του στρατηγού ότι: «Δεν πταίωμεν ημείς αλλά οι Άγγλοι που ήλθον εις την Ελλάδα», ο Αρχιεπίσκοπος ανταπάντησε: «Στρατηγέ μου, εγώ δεν πολιτικολογώ, αλλ' απλώς εκφράζω το παράπονον παντός Έλληνος, και μάλιστα των σπουδασάντων εν Γερμανία»16.
Κατά τη μαρτυρία του παρόντος Αρχιδιακόνου η συνομιλία ολοκληρώθηκε με την έκκληση του Αρχιεπισκόπου προς το Γερμανό στρατηγό: «Σας συμβουλεύω και σας παρακαλώ να μη θίξετε την φιλοτιμίαν του Ελληνικού λαού», υπονοών ότι ο λαός θα αντιδράσει γενναίως»17.
Η τρίτη μεγάλη πρόκληση για τον Χρύσανθο ήταν στις 29 Απριλίου, όταν προσκλήθηκε από τον Πλάτωνα Χατζημιχάλη (Υπουργό Εθν. Οικονομίας της κατοχικής Κυβέρνησης) να ορκίσει την επομένη τη δοτή στους Γερμανούς Κυβέρνηση Τσολάκογλου. Του απάντησε: «Λυπούμαι πολύ διότι δια συμβολαίου και εντολή των Γερμανών σχηματίζεται Κυβέρνησις και ιδίως διότι μετέχει αυτής ο κ. Χατζημιχάλης (σ.σ. επίτροπος του Ιερού Ναού Μεταμορφώσεως Πλάκας), τον οποίον εθεώρουν τίμιον Έλληνα. Και τι ηθέλατε να κάμωμεν; λέγει ο κ. Χατζημιχάλης, να αφήσωμεν να μας κυβερνήσουν οι Γκαουλάιτερ; Τω απαντώ ναι, διότι με τους Γκαουλάιτερ οι Γερμανοί θα κάνουν μικρότερον κακόν παρ' όσον θα κάμουν δι' υμών διότι θα φέρετε μόνον τας ευθύνας χωρίς να ημπορέσητε να κάμητε το ελάχιστον καλόν εις τον λαόν»18.
Σε νέα πίεση της Κυβερνήσεως να προσέλθει στην ορκωμοσία, ο Χρύσανθος απάντησε:
«Η Εθνική Κυβέρνησις, την οποίαν ώρκισα, εξακολουθεί να υφίσταται και να συνεχίζη τον πόλεμον. Άλλην Κυβέρνησιν δεν δύναμαι να ορκίσω, ...εις τοιαύτας υπόπτους και αντεθνικάς ενεργείας δεν είναι δυνατόν να δώση η Εκκλησία τον όρκον και την ευλογίαν της. Η Εκκλησία πρέπει να μένη μακράν από τοιαύτα πράγματα»19.
Ούτε συμβιβαστική λύση δε δέχτηκε ο Χρύσανθος να δώσει στο θέμα της ορκωμοσίας της κατοχικής Κυβέρνησης. Όταν ο υπασπιστής του Τσολάκογλου στην άρνησή του του αντιπροτείνει «στείλατε τουλάχιστον τον Επίσκοπον (σ.σ. εννοεί το βοηθό επίσκοπο Ταλαντίου Παντελεήμονα Παπαγεωργίου) ή άλλον τινά, να τους ορκίση», ο Χρύσανθος απάντησε: «Αδυνατώ να δώσω εντολήν εις οιονδήτινα»20. «Εν γνώσει των συνεπειών που με αναμένουν, δεν δέχομαι την προτεινομένην παραχώρησιν. Εμμένω εις τας αρχάς μου»! Την ορκωμοσία τελικά κλήθηκε και τέλεσε ο εφημέριος της ενορίας της Βουλής (Αγίου Γεωργίου-Καρύκη), ήδη όμως είχε αποφασισθεί η τύχη του ηρωικού Αρχιεπισκόπου21.
Οι Γερμανοί οπωσδήποτε είχαν ενοχληθεί από την αγέρωχη και εθνικά αξιοπρεπή στάση του Χρυσάνθου. Στις 30 Απριλίου 1941 ο γκεσταπίτης Λοχαγός Dolger, καθηγητής του Πανεπιστημίου του Μονάχου, μετέβη στην Ακαδημία Αθηνών και περιέφερε το φύλλο της «Εκκλησίας», στο οποίο είχε δημοσιευθεί η προκήρυξη του Χρυσάνθου και της Ιεράς Συνόδου προς τον ελληνικό Στρατό και λαό κατά της κήρυξης του πολέμου της Γερμανίας κατά της Ελλάδας22.
Περισσότερο όμως η στάση του Χρυσάνθου θα είχε ενοχλήσει τα μέλη της Κυβερνήσεως Τσολάκογλου, η οποία και έμενε πλέον εκτεθειμένη ενώπιον του ελληνικού λαού για τη συνεργασία της με τους Γερμανούς.
Από τις 25 Μαΐου, τουλάχιστον, είχαν αρχίσει οι συνεννοήσεις των αντιπάλων του Αρχιεπισκόπου ιεραρχών με τον Τσολάκογλου για την παύση του Χρυσάνθου και την επαναφορά του Δαμασκηνού. Ο Τσολάκογλου, προσωπικός φίλος του Δαμασκηνού23, διέδιδε πως τον Αρχιεπίσκοπο Χρύσανθο είναι υποχρεωμένος να τον παύσει, γιατί δεν τον θέλουν οι Γερμανοί24.
Τότε ήταν που ορισμένοι φίλοι του Χρυσάνθου του συνέστησαν να πραγματοποιήσει μία, τυπική έστω, επίσκεψη στο Γερμανό Στρατάρχη Λίστ, για να επέλθει κάποια συνεννόηση και να μην εξωσθεί από το θρόνο. «θα το έκανα ευχαρίστως, απάντησε ο Χρύσανθος, αν ήμουν βέβαιος ότι η επίσκεψη δε θα έμενε χωρίς ανταπόδοση. Αδυνατώ, είπε, να εκθέσω το κύρος του πνευματικού αρχηγού της Ορθοδόξου Εκκλησίας». Όταν μάλιστα του παρατήρησαν πως με την άκαμπτη στάση του διακινδυνεύει τη θέση του, απάντησε: «όχι μόνον τον θρόνον μου αλλά και την ζωήν μου είμαι έτοιμος να θυσιάσω δια το καθήκον μου»25.
Παρ' όλες αυτές τις αντικανονικές και αντεθνικές κινήσεις εναντίον του, ο Χρύσανθος δεν παύει να παρακολουθεί το δράμα του ελληνικού λαού και τις ενέργειες των κατακτητών εναντίον του Έθνους και της Εκκλησίας. Οι πληροφορίες για τη δράση των Βουλγάρων στη Θράκη και την Ανατολική Μακεδονία τον ανησυχούν ιδιαίτερα. Οι Βούλγαροι υποχρέωναν τους Έλληνες ιερείς να τελούν τη θεία Λειτουργία στη βουλγαρική γλώσσα και να μνημονεύουν στις ιερές ακολουθίες την Ιερά Σύνοδο της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Βουλγαρίας. Στις 2 Ιουνίου 1941 απευθύνει επιστολή διαμαρτυρίας προς τον πληρεξούσιο του Ράιχ στην Αθήνα, Άλτενμπουργκ, και ζητά να διακοπεί η πρωτοφανής αυτή ενέργεια των Βουλγάρων και να επιστρέψουν οι εκδιωχθέντες από τους Βουλγάρους μητροπολίτες Ζιχνών και Σιδηροκάστρου στις έδρες τους26.
Την ίδια ημέρα, 2 Ιουνίου, φτάνουν στον Χρύσανθο πληροφορίες ότι το «εκκλησιαστικό ζήτημα» ανέλαβε να το λύσει η Γκεστάπο. Μάλιστα ο ιερέας της γερμανικής κοινότητας στην Αθήνα Schafer θέλησε να συστήσει στη Γκεστάπο να σεβαστεί την Εκκλησία και τον Αρχιεπίσκοπο, όμως αυτοί τον διέταξαν να μην αναμιγνύεται διαφορετικά τον απείλησαν πως θα τον συλλάβουν και θα τον φυλακίσουν27.
Ήδη από τις ημέρες αυτές η Γκεστάπο και οι Έλληνες συνεργάτες της είχαν αποφασίσει τον τρόπο αποπομπής του Χρυσάνθου. Στις 18 Ιουνίου εκδόθηκε η Εφημερίς της Κυβερνήσεως με την Συντακτική Πράξη της γερμανόδουλης Κυβερνήσεως Τσολάκογλου, δια της οποίας «παύεται» ουσιαστικά ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος και καλούνται 23 αρχιερείς28 να συγκροτήσουν σώμα υπό τον τίτλο «Μείζων Σύνοδος», για να αποφασίσουν τελεσίδικα για την επαναφορά του Δαμασκηνού.
Στις 2 Ιουλίου η Σύνοδος συνεδριάζει και ο επίτροπος Πετρακάκος προτρέπει κάποιους διστακτικούς αρχιερείς να μη διστάσουν να προχωρήσουν στην αποπομπή του Χρυσάν-θου, να έχουν θάρρος και να σπεύσουν, γιατί... οι Γερμανοί βαδίζουν προς τη Μόσχα29. Η Σύνοδος αποφασίζει ομόφωνα(!) και ακυρώνει όλες τις προηγούμενες πράξεις επί Χρυσάνθου. Αποκαθιστά μάλιστα το Δαμασκηνό σαν να ήταν Αρχιεπίσκοπος από το 1938, αγνοεί δηλαδή και διαγράφει(!) ολόκληρη την αρχιεπισκοπία του Χρυσάνθου ως de jure canonico ανύπαρκτη30.
Ο Δαμασκηνός αναλαμβάνει Αρχιεπίσκοπος στις 6 Ιουλίου και ο Χρύσανθος αποσύρεται ταπεινά στο μικρό σπίτι της οδού Σουμελά στην Κυψέλη, χωρίς να προκαλέσει καμία αντίδραση στη νέα εκκλησιαστική κατάσταση, παρ' όλο που γνώριζε πως ήταν αντικανονική. Ο μεγάλος του πόνος όλο αυτό το διάστημα δεν ήταν η απώλεια του θρόνου του, την οποία άλλωστε ο ίδιος είχε προκαλέσει, μη δεχθείς να συνεργαστεί με τους Γερμανούς, πονούσε όμως και θλιβόταν βαθύτατα για τη δυστυχία του σκλαβωμένου λαού, για τις χειροτονίες πολλών αναξίων αρχιερέων, για την εγκατάλειψη των επαρχιών και του ποιμνίου τους από πολλούς, οι οποίοι «μισθωτοί και ουκ όντας ποιμένες» συγκεντρώνονταν σταδιακά στην Αθήνα. Πονούσε επίσης και από τη διάλυση πολλών έργων που είχε ο ίδιος δημιουργήσει. «Πάντα ταύτα πληρούσιν οδύνης την καρδίαν μου», έγραφε στο ημερολόγιό του31. Τη γενικότερη όμως συμπεριφορά του Χρυσάνθου στο διάστημα αυτό θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια.

Η ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΚΘΡΟΝΙΣΗ ΤΟΥ
ΜΕΧΡΙ ΤΗΝ ΑΠΟΧΩΡΗΣΗ ΤΩΝ ΓΕΡΜΑΝΩΝ
Από την εκθρόνισή του και καθ' όλη τη διάρκεια της Κατοχής ο Χρύσανθος περιορίζει τις δραστηριότητές του στο μικρό οικίσκο της οδού Σουμελά 3 στην Κυψέλη, από την οποία «δεν επέτρεψεν εις εαυτόν ουδέ βήμα ποδός να εξέλθη»32, μη θέλοντας να ενοχλήσει τη νέα εκκλησιαστική και πολιτική κατάσταση. «Αποφασίζω να δοξάσω τον θεόν πάντων ένεκεν και να παραμένω παρακολουθών τους πόνους και τας ταλαιπωρίας, την πείναν και τας στερήσεις του ταλαιπώρου λαού μας και να συμπάσχω μετ' αυτού», έγραφε στο ημερολόγιό του στις 18 Ιουλίου 194133.
Στο διάστημα αυτό της Κατοχής ο Χρύσανθος πλήρωσε ακριβά την απτόητη στάση του έναντι των Γερμανών. Στερημένος από κάθε οικονομική πρόσοδο - ως σύνταξη έστω από το αξίωμα το οποίο κατείχε -ζούσε πάμπτωχος, ο αριστοκράτης αυτός, από τις γενναιοδωρίες φίλων και από φιλανθρωπίες ευσεβών χριστιανών, που δεν έπαψαν να τον σέβονται και να τον τιμούν ως Αρχιεπίσκοπο. Αναγκάστηκε, μάλιστα, όπως υπονοείται και στη διαθήκη του, να εκποιήσει και περιουσιακά του στοιχεία, όπως αρχιερατικά άμφια και βιβλία, για να εξοικονομήσει τα προς το ζην34.
Παρ' όλα αυτά, όμως, η εργασία του Χρυσάνθου στο παρασκήνιο ήταν ασταμάτητη. Ο ίδιος ποτέ δεν έπαψε να θεωρεί τον εαυτό του κανονικό αρχιεπίσκοπο, αλλά και νόμιμο εκπρόσωπο της μόνης νόμιμης ελληνικής αρχής στα χρόνια της Κατοχής, δηλαδή του εξόριστου βασιλέα Γεωργίου Β'. Και δεν ήταν φυσικά μόνο δική του εντύπωση αυτή35.
Οι περισσότερες αντιστασιακές οργανώσεις αναγνώριζαν στο πρόσωπο του Χρυσάνθου τον ανώτατο αρχηγό τους, και ζητούσαν την έγκριση του «Δεσπότη» για όλες τις αντιστασιακές τους ενέργειες36. Στην οικία της οδού Σουμελά λειτουργούσε όλο το διάστημα της κατοχής ο «ασύρματος του Δεσπότη», χωρίς να μπορούν να τον υποπτευθούν ή να τον ανακαλύψουν οι Γερμανοί που χτένιζαν την περιοχή με τα ραδιογωνιόμετρα, και με αυτόν «τον αληθώς παρά του Θεού ευλογημένον ασύρματον», κατά τον Κ. Βοβολίνη, ο Χρύσανθος ενημέρωνε την εξόριστη Κυβέρνηση και το συμμαχικό Στρατηγείο για τα όσα συνέβαιναν στην Ελλάδα και έπαιρνε οδηγίες για το πως έπρεπε να δράσουν οι αντιστασιακοί. Αν φυσικά ανακάλυπταν οι Γερμανοί τον ασύρματο, αυτό θα σήμαινε άμεση θανατική εκτέλεση του Χρυσάνθου37.
Το σπίτι αυτό της Κυψέλης γίνεται τόπος συνεδριάσεως των αντιστασιακών. Ο συνταγματάρχης Μιχ. Αντωνόπουλος (Αννίβας) επιτελικό στέλεχος πολλών αντιστασιακών οργανώσεων μαρτυρεί: «Οι κατώτεροι αξιωματικοί κάνουν συνεδριάσεις στα νταμάρια του Λυκαβηττού... εμείς μαζευόμαστε στου Μητροπολίτη Χρυσάνθου»38.
Πέρα όμως από τους αξιωματικούς και τα στελέχη των αντιστασιακών οργανώσεων υπήρχαν και οι άνθρωποι του πνεύματος που έκαναν τη δική τους αντίσταση. Σ' αυτούς πλέον ο Χρύσανθος δεν επιβαλλόταν ως αρχηγός της αντίστασης από την όποια σχέση του με τις νόμιμες ελληνικές αρχές του εξωτερικού, αλλά με την προσωπικότητα του, με το γνήσιο αντιστασιακό του φρόνημα και την αδούλωτη ψυχή που είχε εξ αρχής αντιτάξει στους Γερμανούς39.
Αλλά και απλών ανθρώπων καταφύγιο ήταν ο Χρύσανθος στα δύσκολα αυτά χρόνια της Κατοχής. Ο Στ. Κανονίδης σημειώνει: «Στην Κυψέλη, πλάι στο ιερό των Αγίων Απόστολων - όπου αγαπούσε να εκκλησιάζεται ο Κωνσταντίνος Κανάρης -είχε στραφεί όλη η άλλη, η ανώνυμος αγωνιζόμενη Ελλάδα. Αυτή που έμενε πιστή στο εγερτήριο της 28ης Οκτωβρίου, στους αυθεντικούς σκοπούς και τα αυθεντικά του σύμβολα. Αθηναία δέσποινα έλεγε: Κάθε φορά - και αυτό εγίνετο τόσο συχνά - που στις καρδιές μας εστέρευαν οι πηγές των ελπίδων και μαζί με τα σώματα επήγαιναν να καμφθούν και οι ψυχές, παίρναμε το δρόμο προς την Κυψέλη. Και κάθε φορά εγυρίζαμε με τις καρδιές ανεφοδιασμένες και με στυλωμένες τις ψυχές»40.
Όλο το διάστημα της Κατοχής λοιπόν ο Χρύσανθος συνέπασχε με το λαό της Αθήνας, υπέμενε τις ίδιες στερήσεις και την ίδια φτώχεια, αλλά ήταν και το σύμβολο του αγώνα και της αντίστασης κατά των Γερμανών. Τα εκκλησιαστικά όμως πράγματα είχαν πάρει δυσάρεστη τροπή. Σε μια Αρχιεπισκοπή που όντως μοσχοβολούσε λιβάνι κατά την εποχή του Χρυσάνθου, άρχισε να συρρέει ένας «παρδαλός συρφετός σπουδαρχιδών» με την αποχώρησή του41. Η Εκκλησία άρχισε να μεταβάλλεται σε παράγοντα εξουσίας και δυνάμεως, μέσα στον οποίο εμπλέκονταν εθνικά συμφέροντα, προσωπικές φιλοδοξίες, θεσμοί, καθώς και οι αγώνες και οι αγωνίες του ελληνικού λαού.
Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός είχε φιλικές σχέσεις με τον Τσολάκογλου, συνεργάστηκε μαζί του, αλλά δεν ενέδιδε και στις απαιτήσεις του για ανοιχτή στήριξη της Κυβερνήσεώς του από την Εκκλησία. Όρκισε όλες τις επόμενες κατοχικές κυβερνήσεις, κρατούσε όμως εθνική αλλά και άκρως διπλωματική στάση απέναντι στους Γερμανούς.
Στις αρχές του 1944 ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός έπεσε στη δυσμένεια των Γερμανών, γιατί επιβεβαιώθηκαν οι υποψίες τους για συνεργασία του με τους κομμουνιστές. Άρχισαν λοιπόν να βολιδοσκοπούν τον Χρύσανθο, αν επιθυμεί να αποκατασταθεί στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, καθ' ότι μόνο έτσι θα μπορούσαν χωρίς μεγάλο κόστος να απαλλαγούν από τον Δαμασκηνό.
Για το θέμα αυτό γράφει ο Χρύσανθος στο ημερολόγιό του (5 Φεβρουαρίου 1944): «Ήλθον οι δύο αδελφοί Μινόπουλοι, ανεψιοί του αειμνήστου Μητροπολίτου Αθηνών κυρού Θεοκλήτου, και μοι ανακοινώνουν εμπι-στευτικώς ότι ο Δαμασκηνός περιέπεσεν εις την δυσμένεια των Γερμανών... και ότι έχουν την απόφασιν να τον παύσουν και εν ανάγκη να τον απομακρύνουν στη Γερμανίαν αρκεί μόνον να δηλώσω ότι δέχομαι να επανέλθω εις την αρχιεπισκοπήν, και αν κατ' αρχήν δεχθώ, θα έλθει ο Λογοθετόπουλος δια να συννενοηθώμεν περί των λεπτομερειών. Απάντησα ότι είναι αδύνατον να δεχθώ τοιούτον τι και αν ο Δαμασκηνός έλαβεν ανά χείρας την ψαλίδα και έσχισε τον άρραφον χιτώνα του Κυρίου, δεν είμαι εγώ, ο οποίος θα συνεχίσω το σχίσιμο προς τέρψιν των εχθρών της πατρίδος, αρεσκομένων να αναβιβάζουν και καταβιβάζουν τους Αρχιεπισκόπους κατά βούλησιν. Επομένως περιττόν να έλθει και ο Λογοθετόπουλος. Εφ' ω και απήλθον οι αδελφοί Μινόπουλοι»42.
Αυτή ήταν μέχρι τέλους η στάση του μεγάλου ιεράρχη προς τους Γερμανούς.
Καμία ωφέλεια δεν ήθελε να προκύψει για τον εαυτό του, όσο δικαιολογημένη κι' αν ήταν. Όταν κάτι τέτοιο θα εξυπηρετούσε έστω και κατ' ελάχιστον τους κατακτητές. Οι πεποιθήσεις του για την κανονικότητα της Εκκλησίας δεν έγιναν ούτε στιγμή πρόσχημα για να επιθυμήσει λύσεις του «εκκλησιαστικού», που θα ήταν σύμφωνες με τις βουλήσεις των Γερμανών η των γερμανόδουλων κυβερνήσεων.
Η στάση και συμπεριφορά του Χρυσάνθου απέναντι στους Γερμανούς ήταν φυσικά πολύ διαφορετική απ' αυτήν του Δαμασκηνού. Το ποιος είχε δίκιο και ποιος ωφέλησε περισσότερο την Εκκλησία και το Έθνος στις δύσκολες εκείνες για όλους στιγμές δεν είναι αντικείμενο της παρούσας μελέτης. Αυτό που απομένει σ' εμάς είναι να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε και να κατανοήσουμε τη στάση του Χρυσάνθου στα χρόνια αυτά της κατοχής και να ρίξουμε λίγο περισσότερο φως στα κίνητρα και στα ελατήρια της συμπεριφοράς του, αυτό όμως θα το επιχειρήσουμε στο επόμενο κεφάλαιο.

Η ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΤΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ
ΚΑΙ Η ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ ΤΗΣ ΠΡΟΣΦΟΡΑΣ ΤΟΥ
Στοιχεία του χαρακτήρα του Χρύσανθου
Κατά την ενθρόνισή του ως Μητροπολίτου Τραπεζούντος ο Χρύσανθος άφησε να διαφανεί μία σημαντική πτυχή του χαρακτήρα του. Στον ενθρονιστήριο λόγο του ανέφερε μεταξύ άλλων ότι: «προτιμώ ιπτάμενος ως αετός να πέσω, η έρπων να ζήσω» και προσέθεσε: «ουδέποτε θα κάμψω γόνυ τω Βάαλ δια συμφέρον ή ανάγκην, ούτε δια φόβον τη εικόνι τη χρυσή προσκυνήσω, αλλά πάση δυνάμει θα αγωνισθώ προς προαγωγήν του εμπιστευθέντος μοι ποιμνίου παλαίων προς τους αντιδραστικούς κοσμοκράτορας του αιώνος τούτου»43. Στα λόγια αυτά, όπως αποδείχθηκε και από τα μετέπειτα γεγονότα, δεν κρυβόταν κάποιος ρητορισμός ή σχήμα λόγου, αλλά αντιθέτως εκφραζόταν η απόφαση του να ζήσει με αξιοπρέπεια και εθνική υπερηφάνεια σε καιρούς εθνικά δύσκολους, κατά τους οποίους το να αναλάβει κάποιος τα καθήκοντα του Μητροπολίτη σήμαινε ταυτόχρονα και ανάληψη κινδύνου για την ίδια του τη ζωή. Ήταν αδιανόητο για το Χρύσανθο να προβεί σε κάποια πράξη συμβιβασμού, προκείμενου να εξασφαλίσει τη θέση του. Άλλωστε και όταν μετά την εκδίωξή του από τους Τούρκους και την εγκατάσταση του στην Αθήνα του προτάθηκε θέση Μητροπολίτη ο ίδιος αρνήθηκε να «τακτοποιηθεί» σε κάποια Μητρόπολη44.
Ο Χρύσανθος ήταν από το χαρακτήρα του αυστηρός και απόλυτος, όχι τόσο με τους άλλους όσο κυρίως με τις αρχές του και με τον ίδιο του τον εαυτό. Ήθελε με αυτόν τον τρόπο να αντιδρά στη χαλαρότητα που ήταν η αρρώστια των ανθρώπων της εποχής του, χαλαρότητα όχι τόσο των ηθών όσο των συνειδήσεων. Ο Στ. Κανονίδης γράφει για τον Χρύσανθο: «Η συμβατικότης κι οι συμβιβασμοί ήταν πράγματα ανύπαρκτα στα διανοήματα και στις πράξεις του. Η αρετή, τα ιδανικά, το Γένος, η Εκκλησία, μπορεί για πολλούς να είναι ποικίλματα άδειου ρητορικού λόγου. Για κείνον ήσαν οντότητες ζώσαι, προσκυνηταί τρισέβαστοι. Και ήξαιρε (sic) να τις υπηρετή με το ίδιο ευλαβές δέος, που μ' αυτό έμαθε να τελή τα φρικτά μυστήρια του Θεού»45.
Ο μητροπολίτης Λευκάδος και Ιθάκης Δωρόθεος στον επιμνημόσυνο λόγο του που εξεφώνησε στο Συνοδικό μνημόσυνο το Νοέμβριο του 1949 περιέγραψε τον Χρύσανθο ως άνδρα μεστό συνέσεως, ολύμπιον την εμφάνισιν, ο οποίος «ενέκλειεν εν τω οστρακίνω σκεύει της σαρκός αυτού θησαυρόν ακάμπτου και χαλυβδίνου χαρακτήρος, γνωρίζων υπέρ των καθαρώς εκκλησιαστικών και χριστιανικών αρχών αυτού να θραύεται και να σπάζη, αλλ' ουδέποτε να λυγίζη και να κάμπτεται»46.
Ο Άνθιμος Παπαδόπουλος περιγράφει την «ακαμψίαν του χαλυβδίνου χαρακτήρος, του Χρυσάνθου, την οποίαν άλλοι ωνόμαζαν σχολαστικότητα αναχρονιστικήν, ημείς όμως καλούμεν αρετήν αρχιερατικήν. Ο άνθρωπος εκείνος ήτο μονοκόμματος και αλύγιστος. Δεν εγνώριζε τι θα πη ανάγκη προσαρμογής προς τας περιστάσεις, της οποίας ελατήριον θα ήτο το ατομικόν συμφέρον»47.
Τον κατηγόρησαν πως ήταν απρόσιτος και απλησίαστος, αυτό όμως συνέβαινε σε όσους ήταν αδύνατον να κατανοήσουν και να πλησιάσουν το ύψος και το μεγαλείο του ανδρός48. Αντιθέτως οι πόρτες του σπιτιού του καθώς και της καρδιάς του, ήταν πάντα ανοιχτές σε γνωστούς και σε ξένους. Γνώριζε όμως να προφυλάσσει και το αξίωμα και τη θέση του με ιεροπρέπεια από πολλές κοσμικότητες που πολιορκούν προσωπικότητες του κύρους και της ακτινοβολίας του Χρυσάνθου49.
Δεν θα ήταν παράξενο λοιπόν, μετά από όλα αυτά, να δικαιολογηθεί η άκαμπτη στάση του έναντι των Γερμανών ως πράξη αυθόρμητη ενός τόσο αλύγιστου και ασυμβίβαστου χαρακτήρα, ήταν όμως έτσι τα πράγματα; Αυτό θα προσπαθήσουμε να διερευνήσουμε στη συνέχεια.

ΠΡΑΞΗ ΕΠΙΛΟΓΗΣ Ή ΑΥΘΟΡΜΗΤΙΣΜΟΥ;
Πέρα από την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και το σεβασμό των αρχών και των αξιών στις οποίες πίστευε ως ορθόδοξος ιεράρχης, ο Χρύσανθος διέθετε και μία σειρά ολόκληρη από άλλα χαρίσματα τα οποία δεν μπορούμε να παραγνωρίσουμε στην προσπάθειά μας να ερμηνεύσουμε τη στάση του έναντι των Γερμανών.
Ο Χρύσανθος από τη νεαρή του ηλικία, ως διάκονος στην Τραπεζούντα είχε επιδείξει μοναδική υπευθυνότητα και αξιόλογα διοικητικά χαρίσματα. Αυτά ακριβώς τα χαρίσματα τον ανέδειξαν σε αξιοσέβαστη προσωπικότητα της πόλεως και γι' αυτό ανέλαβε τόσο νέος αυτός καθήκοντα γενικού Αρχιερατικού κατά την απουσία του Μητροπολίτη Κωνσταντίου.
Από την εποχή αυτή (1906) χρονολογούνται οι πρώτες εξαρχικές αποστολές που του ανατέθηκαν και τις έφερε όλες εις πέρας με επιτυχία50. Από τότε και μέχρι την ανάδειξή του εις Αρχιεπίσκοπο Αθηνών ανέλαβε δεκάδες άλλες αποστολές ως Μητροπολίτης Τραπεζούντος η ως πατριαρχικός έξαρχος, στις οποίες αναδείχθηκε και τοιδιαίτερο διπλωματικό τάλαντο, το οποίο διέθετε ο Χρύσανθος.
Αποκορύφωμα της διπλωματικής αυτής δεινότητας του Χρυσάνθου ήταν ασφαλώς η συνδιάσκεψη των Παρισίων (1919) και του Λονδίνου (1921), όπου είναι γενικώς αναγνωρισμένη και πολύτιμη η εκεί συμβολή του για την κατοχύρωση των δικαίων του μικρασιατικού Ελληνισμού51.
Αυτό δηλαδή που δεν μπορεί να καταλογιστεί στον Χρύσανθο είναι η απειρία η η αδυναμία διπλωματικού χειρισμού της υπόθεσης της υποδοχής των Γερμανών και της συνεργασίας με τους Έλληνες συνεργάτες τους. Συγκεκριμένα μάλιστα για την υπόθεση της σταθερής άρνησής του να συμμετάσχει στην επιτροπή παράδοσης της πόλεως των Αθηνών ο Χρύσανθος κάθε άλλο παρά πρωτόπειρος ήταν σε παρόμοιες καταστάσεις. Κατά τις διαδοχικές μάλιστα καταλήψεις της πόλεως της Τραπεζούντος από διαφορετικούς Στρατούς, κατά τη διάρκεια της Αρχιερατείας του, ο ίδιος ανέλαβε πρωταγωνιστικό ρόλο στην παράδοση και παραλαβή της πόλεως με μοναδικό σκοπό την διάσωση του πληθυσμού της πόλεως, χριστιανικού αλλά και μουσουλμανικού. Η αναγνώριση των υπηρεσιών του Χρυσάνθου υπήρξε ομόφωνη τόσο από τους διαδοχικούς κατακτητές της πόλεως Ρώσους και Τούρκους, όσο και κυρίως από το λαό της ευρύτερης περιοχής, κάθε φυλής και θρησκείας, που έλαβε τα ευεργετικά αποτελέσματα της προστασίας του. Ο ίδιος ο Χρύσανθος μάλιστα στο ημερολόγιό του συσχετίζει τη συμπεριφορά του κατά την υποδοχή των Γερμανών στην Αθήνα, με την υποδοχή των Ρώσων στην Τραπεζούντα το 191652, η οποία οπωσδήποτε αποτελεί πείρα περί των σχετικών θεμάτων που δε συμβαίνει να την έχουν πολλοί άνθρωποι.
Μήπως ειδικά για τους Γερμανούς είχε κάποιο λόγο ο Χρύσανθος να φερθεί σκληρά και απότομα και εξ αυτής της αντιπάθειάς του να εξηγείται η στάση απέναντί τους;
Είναι γεγονός ότι, όπως αναφέρει ο Στ. Κανονίδης, «ο ίδιος, ο Χρύσανθος, είχεν ονομάσει δημοσία βαρβάρους τους Γερμανούς και όλα τα χρόνια της κατοχής ο Μπέριγκερ δεν έπαυσε να το ενθυμείται»53. Ποτέ όμως πριν από τον πόλεμο δεν είχε εκφραστεί με περιφρόνηση κατά των Γερμανών. Αντίθετα μάλιστα κατά τη διάρκεια των σπουδών του στη Γερμανία και την Ελβετία θαύμασε το γερμανικό πολιτισμό, έμαθε φυσικά τη γλώσσα και παρακολούθησε στη Λειψία αρκετά από τα αριστουργήματα του Wagner, του Schiller και του Gothe. Όπως μάλιστα ομολογεί και ο ίδιος, τότε στο Μόναχο και στο Dahaw(!) πέρασε τις ωραιότερες ημέρες της ζωής του54.
Στο διάλογό του με το στρατηγό Stumme στην αρχιεπισκοπή Αθηνών ο Χρύσανθος εξέφρασε στο Γερμανό Στρατηγό το παράπονο όλων των Ελλήνων που είχαν σπουδάσει στη Γερμανία και την απογοήτευσή τους από την άδικη επίθεσή τους κατά της Ελλάδας.
Φαίνεται ότι ο Χρύσανθος πρωτίστως στο διάλογο αυτό εκφράζει τα προσωπικά του αισθήματα και την απογοήτευσή του από την τόσο άδικη συμπεριφορά ενός λαού, τον οποίο τόσο είχε αγαπήσει και θαυμάσει.
Καμία λοιπόν συμπάθεια η συνεργασία δεν μπορούσε να υπάρξει ανάμεσα στον τόσο ακέραιο στο χαρακτήρα και στη συμπεριφορά Αρχιεπίσκοπο και σ' ένα στρατό κατοχής, που τόσο κατάφωρα παραβίαζε την ελευθερία και τα δικαιώματα ενός ολόκληρου λαού.
Η αντίδραση όμως του Χρυσάνθου έναντι των Γερμανών δε μπορεί να αποδοθεί σε αυθόρμητη αντίδραση κατά των κατακτητών. Η συναίσθηση της ευθύνης του έναντι του ποιμνίου του ήταν τέτοια που με καμία δύναμη δε θα άφηνε τον εαυτό του να ενεργήσει σπασμωδικά και χωρίς να υπολογίσει τις συνέπειες. Άλλωστε το κόστος από μία τέτοια άκαμπτη και απόλυτη στάση θα ήταν πρώτα πρώτα για τον ίδιο πολύ μεγάλο. Ο ίδιος όμως είχε δηλώσει σχετικά πως όχι μόνο το θρόνο του αλλά και τη ζωή του την ίδια ήταν πρόθυμος να θυσιάσει, αν χρειαζόταν, προκείμενου να μείνει πιστός στο καθήκον του, όπως τουλάχιστον το αντιλαμβανόταν αυτός.
Από όλα τα παραπάνω συμπεραίνουμε πως η στάση του Χρυσάνθου ήταν αποτέλεσμα σοβαρής σκέψης και απόφασης να μην κάνει καμιά υποχώρηση στις αρχές του και να μην έχει την παραμικρή συνεργασία με τους Γερμανούς, αντίθετα να τους αντιμετωπίσει με εθνική υπερηφάνεια και άφοβη ανδροπρεπή στάση αν όχι ακόμη και με περιφρόνηση, γνωρίζοντας επακριβώς τις συνέπειες τις οποίες θα προκαλούσε η στάση του αυτή. Και τελικά δεν τις απέφυγε.
Το αν αυτή η στάση και η εν συνεχεία συμπεριφορά και δράση του Χρυσάνθου ωφέλησαν τον ελληνικό λαό, θα το εξετάσουμε εν συντομία στην επόμενη ενότητα.
Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΩΝ ΠΡΑΞΕΩΝ ΤΟΥ ΧΡΥΣΑΝΘΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΕΘΝΟΣ
Ήταν ευτυχής η συγκυρία ή καλύτερα η Πρόνοια του Θεού να βρίσκεται στον αρχιεπισκοπικό θρόνο των Αθηνών, κατά την είσοδο των Γερμανών, ένας άνδρας του χαρακτήρα και του ψυχικού μεγαλείου του Χρυσάνθου. Το μόνο αίσθημα το οποίο αδυνατεί ο ιστορικός να ανιχνεύσει στην ψυχή του μεγάλου και γαλήνιου αυτού Ιεράρχη κατά τις ημέρες εκείνες είναι ο φόβος και η δειλία. Μισούσε τη δειλία όσο τίποτε άλλο, γιατί αυτή ευτελίζει την εικόνα του Θεού, τον άνθρωπο55.
Αυτό ακριβώς που χρειαζόταν ο ελληνικός λαός την ώρα εκείνη της κατάρρευσης και της απελπισίας, όταν μετά τόσους αγώνες και τόσες θυσίες έβλεπε τη χιτλερική σημαία να κυματίζει πάνω στο βράχο της Ακροπόλεως, δεν ήταν ασφαλώς διαπραγματεύσεις για καλύτερες συνθήκες σκλαβιάς και κατοχής. Αυτό που ζητούσε ήταν μία πράξη τόλμης, ένα μήνυμα για να συνεχίσει να ζει και να ελπίζει για μία ελεύθερη και πάλι Ελλάδα, μία κίνηση που θα έδειχνε πως ο λαός αυτός διαθέτει αξιοπρέπεια και ψυχικά αποθέματα για να αντισταθεί και να νικήσει. Αυτήν ακριβώς τη δύναμη του χάρισε ο αρχιεπίσκοπος Χρύσανθος, με την ηρωική του απόφαση να μην υποδεχθεί τους Γερμανούς, να μην ορκίσει τη γερμανόδουλη Κυβέρνηση και να φερθεί με θάρρος και τόλμη στη συνάντησή του με τον πανίσχυρο Γερμανό στρατηγό - κατακτητή. Ο Χρύσανθος με τη στάση του αυτή αναδεικνύεται πρώτος Αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, που δίνει το σύνθημα για μία ηρωική, αξιοπρεπή, εθνικά υπερήφανη αντίσταση κατά του κατακτητή.
Ο Α. Τερζόπουλος στον επικήδειο λόγο του, προ της σορού του Χρυσάνθου, το 1949, λέγει χαρακτηριστικά πως και χωρίς τα περιστατικά αυτά της αντιστάσεως του Χρυσάνθου ήταν αναπόφευκτη η εκθρόνισή του από τις κατοχικές αρχές. «Οι επιδρομείς ήσαν αφορήτως σκαιοί, αυτός δε από μεταλλον άκαμπτον». Αφορμές για να παραιτηθεί θα αναπηδούσαν ανά πάσαν στιγμή. Ο Χρύσανθος έσπευσε να επωφεληθεί της πρώτης ευκαιρίας που του προσφέρθηκε, γιατί θεώρησε καθήκον και χρέος του, από την υψηλή θέση που κατείχε, να δώσει ακριβώς το μήνυμα αυτό πως η κατοχή δεν είναι το τέλος, ο αγώνας συνεχίζεται, και ότι άλλο τέλος δεν είναι νοητό παρά μόνο η ανάκτηση της Ελευθερίας56.
Ο Χρύσανθος εξ αιτίας της στάσεώς του αυτής αντικαταστάθηκε από τους κατακτητές στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, ο ίδιος όμως συνέχισε την ίδια αλύγιστη και εθνικά υπερήφανη στάση του όλα αυτά τα χρόνια της κατοχής. «Και εις τας φοβερωτέρας στιγμάς των δισταγμών και των κάμψεων σωμάτων και ψυχών κόσμος πολύς προσήρχετο εις το ερημητήριον της οδού Σουμελά για να αντλήση πίστιν, καρτερίαν και ελπίδα», σημειώνει στον αποχαιρετιστήριο λόγο του προς τον νεκρό Χρύσανθο ο τότε υπουργός Δημοσίων έργων Στ. Νικολαΐδης57.
Η απήχηση που είχε η ηρωική στάση του Χρυσάνθου εκδηλώνεται με το μεγάλο σεβασμό και την αναγνώριση της προσφοράς του από τον ελληνικό λαό, που ξέρει να τιμά τους αληθινούς ποιμένες του και να ακολουθεί το παράδειγμά τους.
Η ωφέλεια όμως είναι μεγάλη και για την ίδια την Εκκλησία η οποία αποδεικνύεται για άλλη μία φορά πως ξέρει να συνεχίζει την παράδοση των μεγάλων μαρτυρικών ιεραρχών, όπως του Γρηγορίου του Ε', του Χρυσοστόμου Σμύρνης και τόσων άλλων, και γνωρίζει να επιτελεί την υψηλή αποστολή της σε καιρούς χαλεπούς.
Η απόφασή του βέβαια να έλθει σε ρήξη με τους Γερμανούς έφερε την ανατροπή της εκκλησιαστικής κανονικότητας που εκπροσωπούσε μέχρι τότε ο ίδιος. Όσο όμως κι αν διαφωνούσε με την νέα εκκλησιαστική κατάσταση, ποτέ δε στάθηκε εμπόδιο στην απρόσκοπτη επιτέλεση της εκκλησιαστικής και εθνικής της αποστολής, έστω και υπό άλλον Αρχιεπίσκοπο.
Ασφαλώς αν παρέμενε ο Χρύσανθος στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, θα είχε αποφευχθεί η ανάμειξη της Εκκλησίας στα πολιτικά πράγματα και η ανάληψη κυβερνητικών θέσεων από τον Αρχιεπίσκοπο, ενέργεια την οποία ο Χρύσανθος θεωρούσε αντικανονική και απαράδεκτη. Πάντως και με τον Χρύσανθο και με τον Δαμασκηνό, όσο διαφορετικοί και αν ήταν οι δύο αρχιεπίσκοποι, η Εκκλησία απετέλεσε την υψηλή αποστολή της στους δύσκολους εκείνους καιρούς και υπηρέτησε με ηρωικό τρόπο το μαρτυρικό της ποίμνιο.
Όπου στην εργασία μας αντιπαραθέσαμε τη στάση του Χρυσάνθου έναντι αυτής του Δαμασκηνού δεν ήταν ασφαλώς για να υποτιμήσουμε τον ηρωισμό ή την προσφορά του δευτέρου. Ο Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός μπορεί να όρκισε τις κατοχικές Κυβερνήσεις, να συνεργάστηκε με τις αρχές στα χρόνια της Κατοχής, αλλά ενεργούσε προς όφελος του ελληνικού λαού και του Έθνους, και πάντα με κίνδυνο να χάσει κι αυτός τη θέση του αλλά και τη ζωή του. Όπως μάλιστα έλεγε και ο αείμνηστος Γ. Παπανδρέου, ο Δαμασκηνός «όρθωσε το ανάστημά του, έδωσε γόητρο στην Εκκλησία και χρήσιμος υπήρξε στο Έθνος»58.
Η διαφορά του Χρυσάνθου με το Δαμασκηνό ήταν πως ενώ του δευτέρου την αντιστασιακή δράση τη διαδέχτηκε η αναγνώριση, η δόξα και η εξουσία, τον ηρωισμό του Χρυσάνθου τον διαδέχτηκε η αφάνεια και η περιθωριοποίηση, τόσο από τις κατοχικές όσο και από τις πρώτες μεταπολεμικές ελληνικές αρχές. Πάντως και για τους δύο η ιστορία αναγνωρίζει περίοπτη θέση και μέσω αυτών αναγνωρίζει τη μεγάλη προσφορά της Εκκλησίας προς το Έθνος στις πραγματικά δύσκολες εκείνες ιστορικές συνθήκες.

1 Π. Στάμου, σ. 38.
2 Θ. Στράγκα Δ', σ. 2326.
3 Το κείμενο του διαγγέλματος δημοσιεύεται από τον Θ. Στράγκα Δ' (σ. 2326-27) και εχει ως εξής: «Τέκνα εν Κυρίω αγαπητά. Η Α.Μ. ο Βασιλεύς και ο Πρόεδρος της Κυβερνήσεως καλούν ημάς πάντας, ίνα αποδυθώμεν εις τον άγιον υπέρ Πίστεως και Πατρίδος αμυντικόν αγώνα. Η Εκκλησία ευλογεί όπλα τα ιερά και πέποιθεν ότι τα τέκνα της πατρίδος ευπειθούν εις το κέλευσμα Αυτής και του Θεού και θα σπεύσουν εν μια ψυχή και καρδία, να αγωνισθούν υπέρ βωμών και εστιών και της ελευθερίας και τιμής και θα συνεχίσουν, ούτω, την απ' αιώνων πολλών αδιάκοπον σειράν των τιμίων και ενδόξων αγώνων και θα προτιμήσουν τον ωραίον θάνατον από την άσχημον ζωήν της δουλείας. Και μη φοβώμεθα από των αποκτεινόντων το σώμα την δε ψυχήν μη δυνάμενων αποκτείναι, ας φοβώμεθα δε μάλλον από τον δυνάμενον την ψυχήν και το σώμα απολέσαι. Επιρρίψομαι επί Κύριον την μέριμναν ημών και αυτός θα είναι βοηθός και αντιλήπτωρ εν τη αμύνη κατά της αδίκου επιθέσεως των εχθρών. Ούτοι εν άρμασι και ούτοι εν ίπποις, ημείς δε εν ονόματι Κυρίου του Θεού και εν τη γενναιότητι και ανδρεία ημών μεγαλυνθησώμεθα. Η χάρις του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού και η αγάπη του Θεού και Πατρός είη μετά πάντων ημών».
4Στ. Κανονίδη, Χρύσανθος 2, σ. 759.
5 Διονυσίου, Μητροπολίτου Τρίκκης και Σταγών, «Η Αντίστασις του Ελληνικού Κλήρου κατά τον Β' Παγκόσμιον Πόλεμον και την Κατοχήν», ΘΗΕ 2 (1963), στ. 930.
6 Αν. Παπαδοπουλου, σ. 225.
7 Γ. Τασούδη Β', σ. 431-2.
8 Γ. Τασούδη Β', σ. 433.
9 Αν. Παπαδοπούλου, σ. 225.
10 Γ. Τασούδη Β', σ. 375.
11 Γ. Παρασκευοπούλου, σ. 328.
12 Γ. Παρασκευοπούλου, σ. 328.
13 Γ. Τασούδη Β', σ. 377.
14 Δεν κατέβηκε στην είσοδο της Αρχιεπισκοπής, αλλά είχε δώσει εντολή στον Αρχιδιάκονο να τους αναμένει και να τους συνοδεύσει επάνω. Βλ. μαρτυρία του τότε Αρχιδιακόνου(και νυν Μητροπολίτη Πατρών) Νικοδήμου Βαλληνδρά, στα Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος 1999, σ. ιγ'.
15Γ. Τασούδη Β', σ. 378.
16Γ. Παρασκευοπούλου, σ. 328.17 Νικοδήμου Βαλληνδρά, σ. ιγ' και ιδ' και Γ. Τασούδη Β', σ. 378.
18Γ. Τασούδη Β', σ. 380.
19Γ. Τασούδη Β', σ. 380 και Γ. Παρασκευοπούλου, σ. 329.
20Γ. Τασούδη Β', σ. 381.
21 Νικοδήμου Βαλληνδρά, σ. ιδ'.
22 Το φύλλο της «Εκκλησίας» προφανώς έσπευσε να προμηθεύσει στους Γερμανούς ο Δ. Πετρακάκος, πρώην βασιλικός επίτροπος παρά την Ι. Σύνοδο και επίτροπος επικρατείας στη «Μείζονα» Σύνοδο, σφοδρός πολέμιος του Χρυσάνθου και υποστηρικτής του Δαμασκηνού, ο οποίος και προσπάθησε από την πρώτη ημέρα να προσεταιρισθεί τους κατακτητές, για να πετύχει εκτός των άλλων και τη ρύθμιση του «εκκλησιαστικού» κατά τις επιθυμίες του. Βλ. Γ. Τασούδη Β', σ. 382.
23 «Συνεδέετο μετά του αειμνήστου Στρατηγού Τσολάκογλου και της οικογενείας του στενώτατα και οικειώτατα από της εν Κορίνθω διακονίας του ως Μητροπολίτου» (Κ. Λογοθετόπουλου, Ιδού η Αλήθεια, Αθήναι,1948, σ. 203).
24 Γ. Τασούδη Β', σ. 383.
25 Αν. Παπαδοπούλου, σ. 227.
26 Ολόκληρο το κείμενο της επιστολής στο θ. Στράγκα Δ', σ. 2327, 8.
27 Γ.Τασούδη,Β’,σ.384.
28 Δώδεκα από τους οποίους μάλιστα είχαν ψηφίσει τον Χρύσανθο για Αρχιεπίσκοπο(Γ.Καραγιάννη, σ.62)
29 Γ.Τασούδη,Β’,σ.386.
30 Θ.Στράγκα Δ’,σ.2344
31 Γ.Τασούδη,Β’,σ.388.
32 Δωροθέου Λευκάδος, σ. 326.
33 Γ. Τασούδη Β', σ. 388.
34 Αν. Παπαδοπούλου, σ. 228.
35 Βλ. Κ. Πυρομάγλου Α', σ. 556 και 577, όπου και μαρτυρία του Ε. Τσουδερού.
36 «Χωρίς την έγκρισιν του Μητροπολίτου Χρυσάνθου δεν λαμβάνεται καμμία απόφασις, πολιτικού η στρατιωτικού περιεχομένου» (Κ. Πυρομάγλου Α', σ. 561).
37 Κ. Βοβολίνη, «Η Εκκλησία εις τον Αγώνα της Ελευθερίας», Αθήναι 1952,σ. 270.
38 Κ. Πυρομάγλου Α', σ. 557.
39 Ο ιστορικός Δημήτριος Γατόπουλος δημοσιεύει την αφήγηση του Κωνσταντίνου Βοβολίνη προς τον ίδιο σχετικά με τον Χρύσανθο: «...Μέσα Μαΐου 1942. Σούρουπο μ' ανοιξιάτικη επίμονη ψιλή βροχούλα, ο ένας ύστερα απ' τον άλλο, οι τρεις μας, ο Λάζαρος Πηνιάτογλου, ο Γιάννης Μήλιος και εγώ, μπήκαμε στο ερημητήριο ενός ανθρώπου που τόσο Έλληνας στάθηκε: Στο σπιτάκι του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου (Σουρμελή (sic) 3), κοντά στο τέρμα της Κυψέλης. Σε λίγες ημέρες η εφημερίδα μας θα κυκλοφορούσε, το «Ελληνικό Αίμα», και θέλαμε να βγούμε με τις ευλογίες της Εκκλησίας. Του είπαμε τις σκέψεις μας και τις αποφάσεις μας. Του διαβάσαμε το πρώτο άρθρο μας, γραμμένο από τον Πηνιάτογλου, «Οι πελιδνοί». Έλεγε δια τους Γερμανούς, «που τσακισμένοι πια ετοιμάζοντο να φύγουν» - ένα άρθρο που αργότερα, δύο φορές μετεδόθη απ' το Ραδιοφωνικό σταθμό του Λονδίνου. Κι όμως οι Γερμανοί τότε ευρίσκοντο στην αποθέωσί τους. Για όλον τον κόσμο, εκτός από τους Έλληνες... Ενθουσιάστηκε ο βιβλικός ιεράρχης. Τα μάτια του δάκρυσαν: «Δεσπότη μας θέλουμε την ευχή σας». Απάντησε: «Να 'χετε την ευχή μου, παιδιά μου, μέσ' απ' το βάθος της ψυχής μου. Να 'ναι πάντα ο Θεός και η Παναγία μαζί σας...» Μας έδωσε τρεις μικρές εικόνες της Μεγαλόχαρης με την υπογραφή του. Και η ευχή του εισηκούσθη» (Δ. Γατόπουλου, Ιστορία της Κατοχής, έκδοση β', Μέλισσα, Αθήνα χ.χ., σ. 306-7).
40 Στ. Κανονίδη, Χρύσανθος1, σ. 316.
41 Στ. Κανονίδη, Χρύσανθος1, σ. 316.
42 Γ. Τασούδη Β', σ. 388-389.
43 "Τρεις Ιεράρχαι", Ιούλιος 1913, φ.183, σ. 640, από το θ. Στράγκα Δ', σ. 2353.
44 Βλ. ανωτέρω, σ. 6.
45 Στ. Κανονίδη, Χύσανθος1, σ. 315.
46 Δωροθέου Λευκάδος, σ. 326.
47 Αν. Παπαδοπούλου, σ. 225.
48 Ο καθηγητής Κ. Μπόνης (Εκκλησία, ΜΖ (1970), σ. 542) αναφέρεται στη πρώτη συνάντησή του με το Χρύσανθο το 1937 στο «δυσπεριγράπτου απλότητος» γραφείο του Χρυσάνθου και στην βαθύτατη εντύπωση που του προκλήθηκε «επί τη αντικρίσει της επιβλητικής, όσον και γλυκυτάτης μορφής του ανδρός».
49 Όταν στις 6 Ιανουαρίου 1938 έλαβε πρόσκληση από τον Άγγλο πρέσβη για δεξίωση στις 11 του μηνός στην Πρεσβεία, όπου καλεσμένη ήταν και η βασιλική οικογένεια, απάντησε πως «επειδή υποθέτω πως η εσπερίς θα έχει μάλλον κοσμικόν χαρακτήρα, παρακαλώ να επιτρέψητε εις εμέ ως κληρικόν να μην προσέλθω» (Π. Στάμου, σ. 55).
50 Πρώτη αποστολή του Χρυσάνθου ήταν να εφαρμόσει το κοινοβιακό σύστημα στην πατριαρχική Μονή Σουμελά του Πόντου κατ' απόφαση της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας και κατ' ανάθεση του Μητροπολίτη Κωνσταντίου. Αν. Παπαδοπούλου, σ. 209, 210.
51 Βλ. ανωτέρω, σ. 5.
52« Ενθυμούμαι ότι το 1916, ότε ήμην Μητροπολίτης Τραπεζούντος και προσωρινός Διοικητής του τόπου, και επί τη προσεγγίσει των Ρώσων, οίτινες ήρχοντο εις Τραπεζούντα ως ελευθερωταί και όχι ως δουλωταί πάλιν δεν μετέβην ο ίδιος να παραδώσω την πόλιν αλλά έστειλα ένα απλούν πολίτην μετά του Αμερικανού Προξένου...» (Γ. Τασούδη Β', σ. 371).
53 Στ. Κανονίδη, Χρύσανθος1, σ. 316.
54 Γ. Τασούδη Α', σ. 56.
55 «Ο ίδιος ηλεκτρίζετο από τον κίνδυνο. Και μπορούσες να είσαι βέβαιος, ότι την ώρα της απόφασης από τις λύσεις που είχε να διαλέξει θα προτιμούσε την πιο γενναία. Αλήθεια, μέσα στο ασθενικό εκείνο σώμα εκατοικούσε ατρόμητη ψυχή»( Στ. Κανονίδη, Χρύσανθος1, σ. 316).
56 Συντάξεως, Χρονικά, σ. 265.
57 Συντάξεως, Χρονικά, σ. 261.
58 Ηλ. Βενέζη, σ. 20.
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Πηγές
* Τασούδη Γ, Α' = «Βιογραφικοί Αναμνήσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρυσάνθου του από Τραπεζούντος, 1881-1949», επιμέλεια και έκδοση υπό..., Αθήνα 1970.
* Τασούδη Γ, Β' = «Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος ο από Τραπεζούντος, Η εθνική και Εκκλησιαστική Δράσης του 1926-1949» (εκ του αρχείου του) βιβλίο δεύτερο, επιμέλεια και έκδοση υπό..., Αθήνα 1972.
* Τασούδη Γ, Γ' = «Άρθρα και Μελέται Χρυσάνθου Αρχιεπισκόπου Αθηνών του από Τραπεζούντος, 1911-1949», υπό..., βιβλίο τρίτο, Αθήναι 1977.
Βοηθήματα
* Ατέση Β. = Βασιλείου Ατέση, «Επίτομος Επισκοπική Ιστορία της Εκκλησίας της Ελλάδος, από του 1833 μέχρι σήμερον», τ. Α'-Γ, εν Αθήναις 1948-1969.
* Βαλληνδρά Νικοδήμου = Νικοδήμου Βαλληνδρά, Μητροπολίτου Πατρών, «Η Εκκλησία εις τον Αγώνα και την Αγωνίαν του Έθνους», Δίπτυχα της Εκκλησίας της Ελλάδος 1999, εκδ. Αποστολικής Διακονίας της Εκκλησίας της Ελλάδος, σσ. θ'-ιγ'.
* Βενέζη Ηλ. = Ηλ. Βενέζη «Αρχιεπίσκοπος Δαμασκηνός. Οι χρόνοι της δουλείας», εκδ. Εστίας, Αθήνα 1981.
* Βοβολίνη Κ. «Η Εκκλησία εις τον Αγώνα της Ελευθερίας», Αθήναι 1952.
* Γατοπούλου Δ., «Ιστορία της Κατοχής», εκδ. β', «Μέλισσα», Αθήνα χ. χρ.
* Διονυσίου, Μητροπολίτου Λήμνου, «Ο Αθηνών Χρύσανθος», Ανάπλασις 1954, φ. 24, 351.
* Διονυσίου, Μητροπολίτου Τρίκκης και όταγών (από Λήμνου), « Η Αντίστασις του Ελληνικού Κλήρου κατά τον Β' Παγκόσμιον Πόλεμον και την Κατοχήν», ΘΗΕ 2 (1963) 930-939.
* Δωροθέου Λευκάδος = Δωροθέου Παλλαδινού, Μητροπολίτου Λευκάδος και Ιθάκης, «Επιμνημόσυνος εις τον Αρχιεπίσκοπον Αθηνών Χρύσανθον», Ενορία Δ' (1949) 326-327.
* Κανονίδη ότ., Χρύσανθος1 = ότ. Κανονίδη, «Χρύσανθος», Ανάπλασις 1954, φ. 22, 314-317.
* Κανονίδη ότ., Χρύσανθος 2 = ότ. Κανονίδη, «Χρύσανθος Φιλιππίδης» Νεώτερον Εγκυκλοπαιδικόν Λεξικόν Ηλίου, τ.18, Αθήναι χ. χρ., σ. 759-760.
* Καραγιάννη Γ. = Γ. Καραγιάννη, «Εκκλησία και Κράτος 1833-1997. Ιστορική επισκόπηση των Σχέσεων τους», εκδ. «Το Ποντίκι», Αθήνα 1997. * Κύρου Αχ., «Σκλαβωμένοι Νικηταί», Αθήναι 1945.
* Κωνσταντινίδη I. = I. Κωνσταντινίδη «Χρύσανθος», ΘΗΕ 12 (1968) 397-401. * Λογοθετόπουλου Κ., «Ιδού η Αλήθεια», Αθηναι,1948.
* Ματθαιάκη Τίτου, «Η Συμβολή του Ορθοδόξου Κλήρου εις τον Πόλεμον 40-41», Εκκλησία ΛΑ' (1954) 320-367.
* Μπόνη Κ. Γ., «Χρύσανθος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος» (1881-1949), Εκκλησία ΜΖ' (1970) 541-548.
* Ξενογιάννη Κ. Ν., «Η Εκλογή των Αρχιεπισκόπων Δαμασκηνού και Χρυσάνθου εξ Απόψεως Κανονικής», Αθήναι 1959.
* Παπαδόπουλου Αν. = Αρχιμ. Ανθίμου Α. Παπαδόπουλου «Χρύσανθος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών ο από Τραπεζούντος(1881-1949)», Αρχείον Πόντου ΙΔ (1949) 209-234.
* Παπαμιχαήλ Γρ., «Ο πρώην αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος», (Λόγος επικήδειος), Νέα Εστία ΜΣΤ' (1949)1361-62.
* Παρασκευοπούλου Γ. = Αρχιμ. Γερβασίου Παρασκευοπούλου «Ο Χρύσανθος και η «υποδοχή» των Γερμανών», Ανάπλασις 1954, φ. 23, 328-329.
* Πυρομάγλου Κ. = Κ. Πυρομάγλου, «Ο Γεώργιος Καρτάλης και η εποχή του 193457», τ. Α'-Β', εκδ. «Ιστορική Ερευνά», Αθήναι 1965.
* Ράλλη Γ., Ο Ιωάννης Δ. Ράλλης ομιλεί εκ του Τάφου, Αθήναι 1947.
* Σταθάκη Β., «Χρύσανθος Φιλιππίδης», Ακτίνες 42 (1979) 250-251.
* Στάμου Π. = Π. Γ. Στάμου, «Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος Χρύσανθος ο από Τραπεζούντος (1881-1949)», Αθήναι 1994.
* Στράγκα Θ. = Αρχιμ. Θεοκλήτου Α. Στράγκα, «Εκκλησίας Ελλάδος Ιστορία εκ πηγών αψευδών 1817-1967», τ. Α'-ΣΤ', Αθήναι 1969-1980.
* Συντάξεως, Χρονικά = Συντάξεως «Χρονικά», Αρχείον Πόντου ΙΔ' (1949) 259-266.
ΑΝΑΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΣΤΡΑΤΙΩΤΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ ΤΕΥΧΟΣ 232

Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)